Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Επιγενετική και Ευ Ζην

Επιγενετική είναι η μελέτη των αλλαγών που συμβαίνουν στη γονιδιακή έκφραση χωρίς να μεταβάλλεται το γενετικό υλικό (DNA). Δηλαδή, της διαδικασίας με την οποία παράγοντες εξωτερικοί του DNA, επηρεάζουν τη δράση ενός γονίδιου χωρίς να αλλάζει το ίδιο το DNA του γονιδίου.

Τα γονίδια μπορούν να θεωρηθούν ως τα προσχέδια για το σχεδιασμό του ανθρώπινου σώματος και για το πώς αναπτύσσεται. Το σύνολο των γενετικών πληροφοριών του κάθε οργανισμού («χάρτης» του DNA) αποτελεί το λεγόμενο γένωμα ή γονιδίωμα (συνδυασμός των λέξεων γονίδιο και χρωμόσωμα).

Τα γονίδια δεν λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με το τι κάνουν ή αν είναι ενεργοποιημένα ή απενεργοποιημένα. Ένα ανθρώπινο κύτταρο ήπατος περιέχει το ίδιο DNA που περιέχει ένα κύτταρο του εγκεφάλου αλλά με κάποιο τρόπο γνωρίζει να κωδικοποιήσει μόνο εκείνες τις πρωτεΐνες που απαιτούνται για τη λειτουργία του ήπατος.

Αυτό διευθετείται από χημικές ενώσεις που προστίθενται σε επιμέρους γονίδια και μπορούν να ρυθμίζουν τη δράση τους. Τέτοιες τροποποιήσεις είναι γνωστές ως επιγενετικές μεταβολές.

Οι επιγενετικές μεταβολές μπορεί να βοηθήσουν στον καθορισμό του εάν τα γονίδια ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται και μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή πρωτεϊνών σε ορισμένα κύτταρα, εξασφαλίζοντας ότι παράγονται μόνο οι απαραίτητες πρωτεΐνες. Για παράδειγμα, οι πρωτεΐνες που προάγουν την ανάπτυξη των οστών δεν παράγονται στα μυϊκά κύτταρα.

Το επιγονιδίωμα ή επιγένωμα, περιλαμβάνει όλες τις χημικές ενώσεις που έχουν προστεθεί στο σύνολο του DNA ενός ατόμου προκειμένου να ρυθμιστεί η δράση (έκφραση) όλων των γονιδίων μέσα στο γονιδίωμα. Οι χημικές ενώσεις του επιγονιδιώματος δεν αποτελούν μέρος της αλληλουχίας του DNA, αλλά είναι επάνω (επι-) ή προσδεδεμένες στο DNA.

Η επιγονιδίωμα εμπλέκεται στην ρύθμιση της έκφρασης του γονιδίου, στην ανάπτυξη, στη διαφοροποίηση των ιστών και στην καταστολή των μεταθετών στοιχείων (αλληλουχίες DNA, οι οποίες μπορούν να μετακινηθούν από μία θέση σε άλλη ή από ένα μόριο DNA σε άλλο).

Τα μοτίβα τροποποίησης επιγονιδιωμάτων ποικίλουν μεταξύ των ατόμων, των διαφορετικών ιστών μέσα σε ένα άτομο, ακόμη και μεταξύ διαφορετικών κυττάρων.

Ένας κοινός τύπος τροποποίησης επιγονιδιώματος ονομάζεται μεθυλίωση. Η μεθυλίωση αφορά την πρόσδεση σε τμήματα του DNA, μικρών μορίων που ονομάζονται μεθυλομάδες, καθεμία από τις οποίες αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα και τρία άτομα υδρογόνου (-CH3). Όταν οι μεθυλομάδες προστίθενται σε ένα συγκεκριμένο γονίδιο, το γονίδιο αυτό απενεργοποιείται ή σιγάζει και καμία πρωτεΐνη δεν παράγεται από αυτό.

Η επιγενετική έχει τη δυνατότητα να εξηγήσει τους μηχανισμούς της γήρανσης, την ανθρώπινη ανάπτυξη, την προέλευση του καρκίνου, των καρδιακών παθήσεων, της ψυχικής ασθένειας, καθώς και διαφόρων άλλων καταστάσεων.

Για παράδειγμα, τα σφάλματα στην επιγενετική διαδικασία, όπως η τροποποίηση του λάθος γονιδίου ή μη προσθήκη μιας ένωσης σε ένα γονίδιο, μπορεί να οδηγήσουν σε μη φυσιολογική δράση ή αδράνεια του γονιδίου. Ως εκ τούτου τέτοια σφάλματα ενδέχεται να προκαλέσουν γενετικές διαταραχές. Καταστάσεις όπως ο καρκίνος, μεταβολικές διαταραχές και εκφυλιστικές διαταραχές, έχει βρεθεί ότι σχετίζονται με επιγενετικά σφάλματα.

Οι επιστήμονες συνεχίζουν να διερευνούν τη σχέση ανάμεσα στο γονιδίωμα και στις χημικές ενώσεις που το τροποποιούν. Ειδικότερα, μελετούν την επίδραση που έχουν οι τροποποιήσεις πάνω στη λειτουργία του γονιδίου, στην παραγωγή πρωτεϊνών και στην ανθρώπινη υγεία.

Με βάση όλ’ αυτά τα δεδομένα, προκύπτει πως ακόμη κι αν έχουμε κληρονομήσει γονίδια από τους βιολογικούς γονείς μας, αυτά μπορεί ή όχι να ενεργοποιηθούν στη δική μας κατασκευή. Όταν ένα γονίδιο ενεργοποιείται, αυτό ονομάζεται «γενετική έκφραση».

Όπως αποδεικνύεται, η γενετική έκφραση μπορεί να επηρεαστεί από τις εμπειρίες μας, τις περιβαλλοντικές επιδράσεις, ακόμα και από τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας.

Η έρευνα δείχνει ότι το επιγένωμα μπορεί και αλλάζει σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Σε αντίθεση με το υποκείμενο γονιδίωμα το οποίο είναι σε μεγάλο βαθμό στατικό μέσα σε έναν άνθρωπο, το επιγονιδίωμα μπορεί να μεταβληθεί δυναμικά από τις συνθήκες του περιβάλλοντος, την έκθεση σε ρύπους, τη διατροφή μας, την προσωπική συμπεριφορά, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις, τα βιώματά και την ψυχική μας κατάσταση.

Αλλαγές στο επιγονιδίωμα μπορεί να οδηγήσουν σε αλλαγές στη δομή της χρωματίνης (βασικό συστατικό του πυρήνα των κυττάρων και ιδίως των χρωμοσωμάτων) και αλλαγές στη λειτουργία του γονιδιώματος.

Με άλλα λόγια, τα επιγενετικά σημάδια μας μπορούν να επανεγγραφούν, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να τροποποιήσουμε τις οδηγίες που λαμβάνουν τα γονίδιά μας. Οι πρωτεΐνες στο επιγένωμα λειτουργούν σαν «εργολάβος οικοδομών» που κάνει το έργο της οικοδόμησης του οργανισμού. Εμείς μπορούμε να αλλάξουμε αυτές τις πρωτεΐνες με επιγενετικά σήματα, πεποιθήσεις και αντιλήψεις, επειδή η αντίληψη μας για καθετί, σε κάθε χρονική στιγμή, μπορεί να επηρεάσει τη χημεία του εγκεφάλου μας. Αυτό επηρεάζει τη χημεία του αίματός μας, που στη συνέχεια επηρεάζει τα κύτταρα μας και ελέγχει την έκφραση των γονιδίων μας. Με άλλα λόγια, οι σκέψεις και αντιλήψεις μας έχουν άμεση και σημαντική επίδραση στα γονίδια και στις πρωτεΐνες τους στα κύτταρα μας.

Η Επιγενετική προάγει την ιδέα ότι τα προβλήματα που προκαλούνται από τα γονίδια της συμπεριφοράς μας μπορούν να διορθωθούν από το μυαλό μας.

Μελέτες πάνω στο φαινόμενο «placebo» (μια εικονική θεραπευτική παρέμβαση π.χ. ένα χάπι ζάχαρης ή ένα αλατούχο διάλυμα, βελτιώνει την κατάσταση του ασθενούς μόνο και μόνο επειδή ο ασθενής αναμένει να λειτουργήσει), αποδεικνύουν ότι οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας είναι πολύ πιο ισχυρά από όσο φανταζόμαστε. Βεβαίως, προκειμένου τα κύτταρα να ανταποκριθούν θετικά, θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλα ερεθίσματα και επαναλαμβανόμενες θετικές εμπειρίες σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο. Η ψυχοθεραπεία, ο διαλογισμός, η θεραπευτική ύπνωση, ο βελονισμός και άλλες σωματονοητικές προσεγγίσεις, αποδεικνύονταο πολύ αποτελεσματικές προς αυτή την κατεύθυνση.

Τελειώνοντας, είναι σημαντικό να τονίσουμε πως οι τροποποιήσεις του επιγονιδιώματος παραμένουν καθώς τα κύτταρα διαιρούνται και μάλιστα μπορούν να περάσουν στους απογόνους ενός οργανισμού μέσω διαγενεαλογικής επιγενετικής κληρονομικότητας. Με απλά λόγια, οποιεσδήποτε θετικές αλλαγές επιτευχθούν μπορεί να κληρονομηθούν από γενιά σε γενιά. Στο χέρι μας είναι να τις δημιουργήσουμε!

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Σωματική & Gestalt Ψυχοθεραπεύτρια (ECP), Συντονίστρια Σχολών Γονέων, Επόπτρια Σωματικής Ψυχοθεραπείας, http://www.psychotherapeia.net.gr