Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Αιτιολογία και θεραπευτική αντιμετώπιση της Διπολικής Διαταραχής

Η διπολική διαταραχή θεωρείται ότι είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Οι τρέχουσες θεωρίες υποδεικνύουν ότι ένα άτομο κληρονομεί μια «ευαισθησία» στη διπολική ασθένεια, που σημαίνει ότι είναι πιο επιρρεπής στο να αναπτύξει τη διαταραχή. Ωστόσο, αυτός δεν είναι ο μόνος παράγοντας που καθορίζει εάν ένα άτομο θα νοσήσει.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως στρεσογόνα γεγονότα της ζωής, μπορεί να οδηγήσουν στην έναρξη της ασθένειας ή να πυροδοτήσουν ένα επεισόδιο (υποτροπή των συμπτωμάτων) σε κάποιον που έχει ήδη την ασθένεια.

Γενετικοί παράγοντες

Οι μελέτες δείχνουν ότι η διπολική διαταραχή μπορεί να είναι κληρονομική, αν και το να έχεις οικογενειακό ιστορικό δεν σημαίνει ότι θα αναπτύξεις και συ τη διαταραχή. Οι συγγενείς πρώτου βαθμού (γονείς, παιδιά, αδέλφια) είναι πιο πιθανό να έχουν μια διαταραχή της διάθεσης.

Βιολογικοί παράγοντες

Αναφορικά με την εγκεφαλική δραστηριότητα που προκαλεί αυτές τις ακρότητες στη διάθεση και τη μειωμένη ικανότητα λειτουργίας, η έρευνα δείχνει ότι η διπολική διαταραχή είναι το αποτέλεσμα ανωμαλιών στον τρόπο με τον οποίο ορισμένα από τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μας επικοινωνούν μεταξύ τους. Τα νευρικά κύτταρα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω χημικών αγγελιοφόρων που ονομάζονται νευροδιαβιβαστές. Όταν υπάρχουν προβλήματα στη λειτουργία αυτών των νευροδιαβιβαστών, το σύστημα επικοινωνίας στον εγκέφαλο μπορεί να διαταραχθεί.

Παιδικά τραύματα

Τα παιδικά τραύματα έχουν δραματική επίδραση στη συμπεριφορά του παιδιού και τη νευρολογική του ανάπτυξη. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι ένα ιστορικό σωματικής, συναισθηματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία του ατόμου. δημιουργεί μια υπερβολική αντίδραση στο στρες και μια αλλαγή στη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών. Τα στρεσογόνα γεγονότα στην παιδική ηλικία, αυξάνουν την αντίδραση της κορτιζόλης σε κέντρα του εγκεφάλου. Σαν αποτέλεσμα, γίνεται συρρίκνωση του ιππόκαμπου που επεξεργάζεται τα συναισθήματα και τη μνήμη. Επίσης, τα οπιοειδή (ενδορφίνες), η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η επινεφρίνη, επηρεάζονται, θετικά ή αρνητικά, από τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Οπότε, αν και δεν μπορεί από μόνο του να προκαλέσει διπολική διαταραχή, ένα τραυματικό ιστορικό μπορεί ωστόσο να είναι σημαντικός συντελεστής.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες και τρόπος ζωής

Σε ένα άτομο με γενετική προδιάθεση στη διπολική διαταραχή, η έναρξη της ασθένειας συχνά πυροδοτείται από σημαντικά γεγονότα της ζωής που προκαλούν στρες, το οποίο μπορεί να ενεργοποιήσει είτε ένα μανιακό ή ένα καταθλιπτικό επεισόδιο, ανάλογα με το άτομο και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζεται από και διαχειρίζεται το στρες.

Παραδείγματα από στρεσογόνα γεγονότα της ζωής:

~ Θάνατος ενός κοντινού μας ανθρώπου.

~ Διαζύγιο ή απώλεια ενός ερωτικού συντρόφου.

~ Δύσκολες προσωπικές σχέσεις.

~ Οργανική ασθένεια.

~ Γάμος.

~ Έναρξη σπουδών.

~ Γέννηση ή ασθένεια ενός παιδιού.

~ Προβλήματα στο σχολείο ή στην εργασία.

~ Οικονομικές δυσκολίες.

~ Μια αλλαγή στον εργασιακό τομέα, όπως η έναρξη μιας νέας εργασίας ή η απώλεια εργασίας.

~ Μετακόμιση, ειδικά σε μια νέα περιοχή χωρίς κάποιο σύστημα υποστήριξης.

Φυσικά είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως κάτι που είναι στρεσογόνο για ένα άτομο, ίσως να μην είναι στρεσογόνο για κάποιο άλλο άτομο. Οι τρόποι αντιμετώπισης (coping styles) των καταστάσεων που διαθέτει ένα άτομο ή η ανθεκτικότητά του, θα έχει επίσης αντίκτυπο στο πόσο στρεσογόνο θα είναι το γεγονός για το συγκεκριμένο άτομο.

Οικογενειακό περιβάλλον

Εκτός από τη γενετική σύνδεση με τη διπολική διαταραχή, η έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά διπολικών γονέων συχνά ζουν σε έντονα στρεσογόνες συνθήκες: ζουν με ένα γονέα που έχει τάση για εναλλαγές στη διάθεση, για κατάχρηση αλκοόλ ή ουσιών, οικονομικές και σεξουαλικές απερισκεψίες και νοσηλείες.

Αν και τα περισσότερα παιδιά που έχουν ένα διπολικό γονέα δεν θα αναπτύξουν διπολική διαταραχή, μερικά παιδιά διπολικών γονέων μπορεί να αναπτύξουν μια άλλη ψυχιατρική διαταραχή όπως: Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ / ADHD), μείζονα κατάθλιψη, σχιζοφρένεια, ή κατάχρηση ουσιών.

Οι περιβαλλοντικοί στρεσογόνοι παράγοντες παίζουν επίσης ρόλο στην πυροδότηση διπολικών επεισοδίων σε άτομα με γενετική προδιάθεση. Για παράδειγμα, τα παιδιά που μεγαλώνουν σε διπολικές οικογένειες, μπορεί να ζουν με ένα γονέα που δεν έχει έλεγχο στη διάθεση και στα συναισθήματά του. Μερικά παιδιά μπορεί να βιώνουν συνεχή λεκτική ή σωματική κακοποίηση αν ο διπολικός γονέας δεν παίρνει κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ή κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών.

Χρήση ουσιών

Παρά το γεγονός ότι η κατάχρηση ουσιών δεν θεωρείται αιτία της διπολικής διαταραχής, μπορεί ωστόσο να επιδεινώσει την ασθένεια παρεμβαίνοντας στην αποκατάσταση. Για παράδειγμα, η χρήση αλκοόλ ή ηρεμιστικών μπορεί να προκαλέσει μια πιο σοβαρή καταθλιπτική φάση.

Ουσιαστικά, οποιαδήποτε χημική ουσία ανεβάζει ή κατεβάζει τη διάθεση, θα επιδεινώσει την διπολική κατάσταση. Το αλκοόλ, η καφεΐνη και ορισμένα συνταγογραφούμενα φάρμακα (όπως τα διεγερτικά που χρησιμοποιούνται στη ΔΕΠ-Υ), μπορεί επίσης να επιδεινώσουν τα διπολικά συμπτώματα.

Προϋπάρχοντα σύνδρομα

Πολλοί άνθρωποι με σύνδρομο μετα-τραυματικού στρες (PTSD) αργότερα αναπτύσσουν διπολική διαταραχή. Όμως δεν γνωρίζουμε αν θα είχαν αναπτύξει διπολική διαταραχή χωρίς την ύπαρξη PTSD.


Θεραπευτική αντιμετώπιση της Διπολικής διαταραχής

Η έρευνα έχει δείξει ότι η πιο αποτελεσματική θεραπεία είναι ένας συνδυασμός υποστηρικτικής ψυχοθεραπείας, ψυχοεκπαίδευσης και η χρήση ενός σταθεροποιητή της διάθεσης (συχνά σε συνδυασμό με ένα αντιψυχωτικό φάρμακο). Η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να υποκαταστήσει αποτελεσματικά τη φαρμακευτική αγωγή, στην περίπτωση της διπολικής διαταραχής.

Η σωστή θεραπεία οδηγεί σε δραματική μείωση των συμπτωμάτων και του ενδεχομένου αυτοκτονίας.

Φαρμακευτική αγωγή

Η φαρμακευτική αγωγή είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στη θεραπεία της Διπολικής Διαταραχής αρκεί το άτομο να μην κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών.

Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται καλά σε ένα συνδυασμό κάποιου σταθεροποιητή διάθεσης (λίθιο, βαλπροϊκό οξύ/διβαλπροέξη ή καρβαμαζεπίνη) με ένα αντιψυχωτικό φάρμακο.

Στη μανιακή φάση, ο σταθεροποιητής διάθεσης συνδυάζεται συνήθως με ένα αντιψυχωτικό φάρμακο ή/και ένα φάρμακο βενζοδιαζεπίνης. Για τη θεραπεία της μανίας συχνά προστίθεται η κλοναζεπάμη.

Μερικές φορές, στην καταθλιπτική φάση, χρησιμοποιούνται αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Επειδή τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να πυροδοτήσουν μανία, πρέπει πάντοτε να συνδυάζονται με ένα σταθεροποιητή διάθεσης ή αντιψυχωτικό φάρμακο για την πρόληψη της μανίας.

Στην καταθλιπτική φάση, ο σταθεροποιητής διάθεσης συχνά συνδυάζεται με κουετιαπίνη, ολανζαπίνη ή λαμοτριγίνη. Εναλλακτικά, στην καταθλιπτική φάση, μπορεί να χορηγηθεί διαφορετικός σταθεροποιητής διάθεσης ή να χρησιμοποιηθούν δύο σταθεροποιητές διάθεσης μαζί.

Η κλοζαπίνη και η ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT) χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία μη συνεργάσιμων ασθενών.

Η φαρμακευτική αγωγή για τη Διπολική Διαταραχή συνήθως πρέπει να λαμβάνεται δια βίου. Παρά το γεγονός αυτό, η πλειοψηφία των ασθενών με διπολική διαταραχή δεν είναι συνεργάσιμοι και σταματούν την αγωγή μετά από ένα έτος.

Νοσηλεία

Δεδομένου ότι ένα μανιακό επεισόδιο μπορεί γρήγορα να κλιμακωθεί και να καταστρέψει τη σταδιοδρομία ή τη φήμη του ασθενούς, ο θεράπων ιατρός πρέπει να είναι έτοιμος να παραπέμψει σε νοσηλεία τους μανιακούς ασθενείς που είναι εκτός ελέγχου, πριν χάσουν τα πάντα. Ομοίως, διπολικοί ασθενείς με σοβαρή κατάθλιψη, αυτοκτονικοί, συχνά χρήζουν νοσηλείας για να σώσουν τη ζωή τους.

Επίσης, οι ασθενείς που δεν λαμβάνουν θεραπευτική αγωγή, συχνά πρέπει να νοσηλεύονται για δική τους ασφάλεια και των άλλων.

Προφύλαξη από παράγοντες κινδύνου

Αν έχετε οικογενειακό ιστορικό διπολικής διαταραχής, χρειάζεται να δίνετε στον εαυτό σας την καλύτερη δυνατή φροντίδα. Διατηρήστε ένα τακτικό πρόγραμμα, φροντίστε να κοιμάστε αρκετά (επτά έως εννέα ώρες), να κάνετε υγιεινή διατροφή, να ασκείστε τακτικά, να κρατάτε το άγχος σας σε χαμηλά επίπεδα, να αποφεύγετε τα ναρκωτικά και το αλκοόλ και ενημερώστε το γιατρό σας σχετικά με την προδιάθεση που έχετε, έτσι ώστε να λάβετε μέτρα για την πρόληψη πιθανών διπολικών συμπτωμάτων. Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να μειώσετε τους παράγοντες κινδύνου.

Ψυχοθεραπεία

Η ψυχοθεραπεία είναι κρίσιμης σημασίας για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής. Παρέχει στους ασθενείς (και στην οικογένειά τους) την ευκαιρία να μάθουν για την ασθένειά τους και στη συνέχεια να αναπτύξουν τρόπους για τη διαχείριση ή την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Από την άλλη πλευρά, η φαρμακευτική αγωγή αποσκοπεί στο να περιορίσει τα συμπτώματα της διπολικής διαταραχής όσο το δυνατόν περισσότερο.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να μάθουν πώς να διαχειρίζονται τα υπολείμματα των συμπτωμάτων. Είναι ακριβώς όπως ο διαβήτης ή η καρδιακή νόσος. Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται φάρμακα για να κάνουν τα συμπτώματα να υποχωρήσουν, υπάρχουν πάντα συμπεριφορικές παρεμβάσεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής οι οποίες είναι εξίσου σημαντικές με την φαρμακευτική αγωγή.

Η καλύτερη δυνατή αποκατάσταση επιτυγχάνεται όταν τα άτομα με Διπολική Διαταραχή:

Πάρουν τη σωστή διάγνωση (δεδομένου ότι πολλοί παίρνουν λανθασμένη διάγνωση σχιζοφρένειας ή οριακής προσωπικότητας).

Πάρουν αποτελεσματική θεραπεία και τη διατηρήσουν πιστά σε όλη τη ζωή τους. (συνδυασμός υποστηρικτικής ψυχοθεραπείας, ψυχοεκπαίδευσης και χρήση ενός σταθεροποιητή της διάθεσης συχνά σε συνδυασμό με ένα αντιψυχωτικό φάρμακο).

Υιοθετήσουν έναν υγιεινό τρόπο ζωής (τακτικό ύπνο και άσκηση, όχι κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών, χαμηλά επίπεδα στρες).

Παρακολουθούνται τακτικά από έναν υποστηρικτικό ψυχίατρο.

Μάθουν ποια συμπτώματα προειδοποιούν για υποτροπή της ασθένειας και ποια επιπλέον φάρμακα πρέπει να πάρουν.

Μάθουν να εμπιστεύονται τις προειδοποιήσεις από την οικογένεια και τους φίλους, όταν βλέπουν τα πρώτα σημάδια υποτροπής.

Μάθουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την ασθένεια αυτή.

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr