Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Αιτιολογία και θεραπευτική αντιμετώπιση της Οριακής διαταραχής

Η οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας (ΜΔΠ) θεωρείται ότι οφείλεται στη σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ πολλών παραγόντων: γενετικών, νευροχημικών, νευροανατομικών και ψυχολογικών.

Γενετικοί παράγοντες

Οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι κάποια γονίδια που κληρονομούνται από τους γονείς, κάνουν το άτομο πιο ευάλωτο στην ανάπτυξη οριακής διαταραχής, δεδομένων κάποιων συγκεκριμένων περιβαλλοντικών παραγόντων.

Νευροχημικοί παράγοντες

Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, η επιθετική και παρορμητική συμπεριφορά της ΜΔΠ οφείλεται σε μειωμένα ή χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης ή/και νορεπινεφρίνης στον εγκέφαλο.

Η σεροτονίνη και νορεπινεφρίνη είναι νευροδιαβιβαστές δηλαδή, χημικές ουσίες που μεταφέρουν σήματα ανάμεσα στα εγκεφαλικά κύτταρα.

Νευροανατομικοί παράγοντες

Κάποιες έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα με ΜΔΠ παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες στην ανατομία και τη φυσιολογία του εγκεφάλου. Συγκεκριμένα, έχει βρεθεί υπερδραστηριότητα στην αμυγδαλή – το τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει τις αυτόνομες αντιδράσεις που σχετίζονται με το φόβο, τη διέγερση και τις συναισθηματικές αντιδράσεις. Επίσης, η μειωμένη δραστηριότητα του προμετωπιαίου και κογχομετωπιαίου φλοιού., σε άτομα με ΜΔΠ, έχει σχετιστεί με μια μειωμένη ικανότητα για έλεγχο των συναισθημάτων. Αυτά τα ευρήματα μπορεί να εξηγούν την ευαισθησία σε στρεσογόνους περιβαλλοντικούς παράγοντες και τη σημαντική επίδραση που έχουν αυτοί οι παράγοντες στις διαπροσωπικές σχέσεις και τα συναισθήματα των ατόμων με ΜΔΠ.


Ψυχολογικοί παράγοντες

Τραυματικές εμπειρίες

Τα άτομα με ΜΔΠ αναφέρουν συνήθως ότι η παιδική τους ηλικία χαρακτηρίζεται από τραυματικές εμπειρίες και αντιξοότητες. Σε σχέση με άτομα που δεν έχουν ψυχιατρικά προβλήματα ή έχουν διαφορετικού είδους, τα άτομα με ΜΔΠ αναφέρουν μεγαλύτερα ποσοστά μητρικής και πατρικής εγκατάλειψης, όπως και ανατροφής από συγγενείς ή θετούς γονείς. Τα άτομα με ΜΔΠ διαφέρουν επίσης από άλλους ψυχιατρικούς ασθενείς, στο ότι δεν έχουν την ικανότητα να αναλύουν και να επεξεργάζονται τραυματικές εμπειρίες. Φαίνεται ότι υποφέρουν από τις συνέπειες κάποιου πρώιμου τραύματος χωρίς να μπορούν να επεξεργαστούν γνωστικά τις εμπειρίες τους και αυτός ο συνδυασμός, που ξεκινά νωρίς στη ζωή τους, προκαλεί ένα φαύλο κύκλο όπου δυσχεραίνεται η ικανότητά τους να επεξεργάζονται και να ρυθμίζουν τη συναισθηματική τους εμπειρία.

Προσκόλληση

Η συναισθηματική και διαπροσωπική αστάθεια που χαρακτηρίζει τη ΜΔΠ μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη ασφαλούς συναισθηματικού δεσμού στην πρώιμη παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τη θεωρία προσκόλλησης του J. Bowlby, η ποιότητα της πρώιμης σχέσης που είχαμε με τη μητέρα μας (ή το άτομο που μας φρόντιζε), καθορίζει την ποιότητα των σχέσεων της ενήλικης ζωή μας.

Η συμπεριφορά της προσκόλλησης βοηθά τα μωρά να διατηρήσουν την εγγύτητα και την επαφή με τη μητέρα τους. Αυτό ευνοεί τη δημιουργία ενός συναισθηματικού δεσμού μεταξύ μητέρας και παιδιού που εγγυάται στο παιδί ασφάλεια και επιβίωση. Με βάση την επαναλαμβανόμενη εμπειρία της έγκαιρης καθησυχαστικής ανταπόκρισης της μητέρας, τα μωρά αναπτύσσουν την προσδοκία ότι τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής τους είναι πηγή βοήθειας και ανακούφισης και την ικανότητα να ρυθμίζουν τη συναισθηματική τους κατάσταση. Στα άτομα με ΜΔΠ έχει διαταραχτεί η ανάπτυξη αυτών των χαρακτηριστικών που είναι αποτέλεσμα ασφαλών συναισθηματικών δεσμών στην πρώιμη παιδική ηλικία.

Εν-νόηση (Mentalization)

Ο όρος εν-νόηση αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν το κοινωνικό τους περιβάλλον, υποθέτοντας (με τη φαντασία τους) τις ψυχονοητικές καταστάσεις που διέπουν τη συμπεριφορά των άλλων και τη δική τους, στις διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις. Ως ψυχονοητικές καταστάσεις εννοούμε τις πεποιθήσεις, τα κίνητρα, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις ανάγκες.

Η εν-νόηση θεωρείται κυρίως ψυχολογική λειτουργία που αναπτύσσεται στην πρώιμη παιδική ηλικία μέσα από τις βασικές σχέσεις προσκόλλησης. Υποστηρίζεται ότι οι αποκλίσεις από τη φυσιολογική αναπτυξιακή εξέλιξη της ικανότητας για εν-νόηση, μπορεί να επιφέρουν σοβαρές μορφές ενήλικης ψυχοπαθολογίας και ειδικότερα, οριακή διαταραχή.

Συγκεκριμένα έχει προταθεί ότι προκειμένου να ανταπεξέλθει στην παραμέληση ή κακοποίηση της μητέρας (ή του βασικού ατόμου που το φροντίζει), το παιδί μπορεί ως άμυνα, να αναστέλλει τη σκέψη σχετικά με τις προθέσεις των άλλων γιατί είναι πολύ οδυνηρό να σκεφτεί ότι η μητέρα του θέλει να του κάνει κακό. Επιπλέον, σε περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησης, η απουσία φροντίδας πυροδοτεί την αίσθηση κινδύνου και την έλλειψη ασφάλειας, που με τη σειρά τους πυροδοτούν το σύστημα προσκόλλησης του παιδιού. Έτσι, το παιδί αναζητά τη σωματική εγγύτητα με τη μητέρα αλλά ταυτόχρονα από άμυνα, είναι συναισθηματικά απόμακρο. Αυτή η αντιφατική στάση μπορεί να στρεβλώσει την ανάπτυξη μιας συνολικής αίσθησης του εαυτού και της ικανότητας για αυτορρύθμιση.

Μια συνδυαστική προσέγγιση

Συνδυάζοντας τη μέχρι τώρα συνεισφορά όλων των επιμέρους ερευνών σχετικά με τη ΜΔΠ, μπορούμε να συνοψίσουμε ότι η οριακή παθολογία οφείλεται εν μέρει σε μια γενετική προδιάθεση για συναισθηματική υπερδραστηριότητα σε συνδυασμό με μια δυσλειτουργία στη φυσιολογική ικανότητα του φλοιού του εγκεφάλου να αναστέλλει τη συναισθηματικότητα ή παρορμητικότητα που υποκινείται από το μεταιχμιακό σύστημα. Αυτή η γενετική προδιάθεση μπορεί να παρεμποδίσει τη φυσιολογική διαδικασία προσκόλλησης κατά την ανάπτυξη, η οποία ενδέχεται να μεγεθυνθεί όταν η γονεϊκή υποστήριξη είναι ανεπαρκής. Μια τέτοια προδιάθεση μπορεί να σταματήσει ή να στρεβλώσει την ενσωμάτωση πλευρών του εαυτού και των άλλων, με αποτέλεσμα την εκδήλωση σημαντικών διαπροσωπικών δυσκολιών που χαρακτηρίζουν τα άτομα με ΜΔΠ.

 

Θεραπευτική αντιμετώπιση

H θεραπευτική αντιμετώπιση της οριακής διαταραχής βασίζεται κυρίως στην ψυχοθεραπεία. Η φαρμακευτική αγωγή που χορηγείται σε κάποιες περιπτώσεις είναι συμπληρωματική της ψυχοθεραπείας και σύμφωνα με τις οδηγίες του National Institute for Health and Clinical Excellence (NICE, 2009), αφορά μόνο στη θεραπεία συνυπαρχουσών διαταραχών π.χ. κατάθλιψη.

Στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία, οι συναισθηματικά ασταθείς οριακές προσωπικότητες χρειάζονται μια σταθερή και υποστηρικτική θεραπευτική σχέση σε μακροχρόνια βάση, με ξεκάθαρα και σταθερά όρια. Ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να έχει την υπομονή και τη δύναμη να αντέξει τις άφθονες κρίσεις του οριακού ατόμου και τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες παραβίασης-δοκιμασίας των ορίων της σχέσης. Η επικοινωνία θεραπευτή-θεραπευόμενου χρειάζεται να είναι ξεκάθαρη, ειλικρινής, αισιόδοξη και προσανατολισμένη στην εκμάθηση πιο ώριμων μηχανισμών αντιμετώπισης των συνθηκών ζωής.


Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr