Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Αιτιολογία και θεραπευτική αντιμετώπιση της Αντικοινωνικής διαταραχής

Αν και δεν υπάρχουν σαφείς βιολογικές αιτίες, η έρευνα δείχνει ότι σε άτομα με αντικοινωνική διαταραχή, η αμυγδαλή (το μέρος του εγκεφάλου που είναι κυρίως υπεύθυνο για την μάθηση από τα λάθη και για την ανταπόκριση σε λυπημένες και φοβισμένες εκφράσεις προσώπου) τείνει να είναι μικρότερη και να ανταποκρίνεται λιγότερο σθεναρά στις χαρούμενες, λυπημένες ή φοβισμένες εκφράσεις προσώπου των άλλων.

Αυτή η έλλειψη αντίδρασης, μπορεί να έχει κάποια σχέση με την έλλειψη ενσυναίσθησης που τείνουν να έχουν τα αντικοινωνικά άτομα, για τα συναισθήματα, τα δικαιώματα και τον πόνο των άλλων.

Ενώ ορισμένα άτομα μπορεί να είναι πιο ευάλωτα στην ανάπτυξη αντικοινωνικής διαταραχής ως αποτέλεσμα του συγκεκριμένου γενετικού τους υπόβαθρου, αυτό θεωρείται ότι παίζει ρόλο μόνο όταν το άτομο εκτίθεται επίσης σε δυσμενείς συνθήκες (π.χ. κακοποίηση, παραμέληση) που τείνουν να προκαλούν την ανάπτυξη της διαταραχής. Επίσης, αν και υπάρχουν κάποιες θεωρίες σχετικά με το ρόλο των ορμονικών διακυμάνσεων στην ανάπτυξη της αντικοινωνικής διαταραχής, η ΑΔΠ δεν μπορεί μέχρι στιγμής, να εξηγηθεί ως το άμεσο αποτέλεσμα τέτοιων ανωμαλιών.

Άλλες συνθήκες που θεωρούνται παράγοντες κινδύνου για την αντικοινωνική διαταραχή, είναι η χρήση ουσιών, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητα (ADHD), η διαταραχή της ανάγνωσης ή η διαταραχή συμπεριφοράς που διαγιγνώσκεται σε παιδιά. Οι άνθρωποι που βιώνουν μια προσωρινή ή μόνιμη εγκεφαλική δυσλειτουργία (που ονομάζεται επίσης οργανική εγκεφαλική βλάβη), έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν βίαιες ή άλλες εγκληματικές συμπεριφορές.

Θεωρίες σχετικά με τις εμπειρίες της ζωής που αυξάνουν τον κίνδυνο για την ανάπτυξη αντικοινωνικών συμπτωμάτων σε εφήβους και ενήλικες, παρέχουν σημαντικές ενδείξεις για την πρόληψη της διαταραχής. Παραδείγματα τέτοιων εμπειριών ζωής είναι: ένα ιστορικό προγεννητικής έκθεσης σε ναρκωτικά ή σε υποσιτισμό, σωματική, σεξουαλική ή συναισθηματική κακοποίηση, παραμέληση, απώλεια ή εγκατάλειψη, σχέση με συνομηλίκους που επιδίδονται σε αντικοινωνική συμπεριφορά, ένας γονέας αλκοολικός ή αντικοινωνικός.


Το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον συμβάλλει πολύ στην ανάπτυξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Οι γονείς «διαταραγμένων» παιδιών συχνά παρουσιάζουν οι ίδιοι ένα υψηλό επίπεδο αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Σε μια μεγάλη έρευνα που έγινε, οι περισσότεροι γονείς ανήλικων παραβατών ήταν αλκοολικοί ή εγκληματίες, και τα σπίτια τους ήταν συνήθως διαταραγμένα από διαζύγιο, χωρισμό ή την απουσία ενός γονέα.

Στην περίπτωση της αναδοχής και της υιοθεσίας, η στέρηση ενός μικρού παιδιού από ένα σημαντικό συναισθηματικό δεσμό, θα μπορούσε να βλάψει την ικανότητά του να φτιάχνει στενές σχέσεις που διέπονται από εμπιστοσύνη, πράγμα που ενδεχομένως εξηγεί γιατί μερικά υιοθετημένα παιδιά είναι επιρρεπή στην ανάπτυξη ΑΔΠ.. Ως μικρά παιδιά, μπορεί να αλλάξουν διάφορους φροντιστές πριν από την τελική υιοθεσία, στερούμενα έτσι τη δυνατότητα να αναπτύξουν ή να διατηρήσουν σταθερούς συναισθηματικούς δεσμούς με ενήλικα άτομα.

Η ασταθής ή ακατάλληλη πειθαρχία και η ανεπαρκής επίβλεψη των γονέων συνδέονται επίσης με την αντικοινωνική συμπεριφορά των παιδιών. Οι γονείς που ενδιαφέρονται έχουν την τάση να παρακολουθούν τη συμπεριφορά του παιδιού τους θέτοντας κανόνες και ελέγχοντας αν υπάκουσε, ελέγχουν που βρίσκεται το παιδί και το αποτρέπουν να κάνει παρέα με διαταραγμένα άτομα. Η καλή επίβλεψη είναι λιγότερο πιθανή σε διαλυμένα σπίτια επειδή οι γονείς μπορεί να μην είναι διαθέσιμοι και ειδικά οι αντικοινωνικοί γονείς συχνά δεν έχουν το κίνητρο να ενδιαφερθούν για τα παιδιά τους.

Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί να μπει στην ενηλικίωση έχοντας συναισθηματικά τραύματα. Μη έχοντας αναπτύξει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, είναι απορροφημένο από τον εαυτό του και αδιάφορο για τους άλλους. Η έλλειψη σταθερής πειθαρχίας καταλήγει σε ελλιπή συμμόρφωση προς τους κανόνες και καθυστερημένη ικανοποίηση. Του λείπουν τα κατάλληλα πρότυπα και μαθαίνει να χρησιμοποιεί την επιθετικότητα για την επίλυση των διαφορών. Δεν καταφέρνει να αναπτύξει ενσυναίσθηση και ενδιαφέρον για τους γύρω του.

Τα αντικοινωνικά παιδιά έχουν την τάση να επιλέγουν παρόμοια παιδιά ως συμπαίκτες. Αυτό το μοντέλο συσχέτισης συνήθως αναπτύσσεται στα χρόνια του δημοτικού σχολείου, όταν αρχίζει να γίνεται σημαντική η αποδοχή από τους συνομηλίκους και η ανάγκη «να ανήκεις». Τα επιθετική παιδιά είναι πιο πιθανό να απορριφθούν από τους συνομηλίκους τους και αυτή η απόρριψη οδηγεί τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους να σχηματίζουν δεσμούς μεταξύ τους. Αυτές οι σχέσεις μπορεί να ενθαρρύνουν και να επιβραβεύουν την επιθετικότητα και άλλες αντικοινωνικές συμπεριφορές και αργότερα να οδηγήσουν στην ένταξη σε συμμορία.Η παιδική κακοποίηση έχει επίσης συνδεθεί με την αντικοινωνική συμπεριφορά. Οι άνθρωποι με ΑΔΠ είναι πιθανότερο, σε σχέση με άλλους, να έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη δεδομένου ότι πολλοί από αυτούς έχουν μεγαλώσει με αμελείς και ίσως βίαιους αντικοινωνικούς γονείς. Σε πολλές περιπτώσεις, η κακοποίηση γίνεται μια μαθημένη συμπεριφορά που τα πρώην κακοποιημένα άτομα διαιωνίζουν με τα δικά τους παιδιά.

Έχει υποστηριχθεί ότι η πρώιμη κακοποίηση (π.χ. το να ταρακουνάς έντονα το παιδί) είναι ιδιαίτερα επιβλαβής, γιατί μπορεί να επιφέρει εγκεφαλική κάκωση. Στρεσογόνα ή τραυματικά γεγονότα μπορεί να διαταράξουν τη φυσιολογική ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος –που συνεχίζεται στα εφηβικά χρόνια – πυροδοτώντας την έκκριση ορμονών και άλλων χημικών ουσιών του εγκεφάλου.

Θεραπευτική αντιμετώπιση της Αντικοινωνικής διαταραχής

Τα άτομα με αντικοινωνική διαταραχή σπάνια πηγαίνουν εθελοντικά για θεραπεία. Δεν βλέπουν τη συμπεριφορά τους ως αφύσικη, οπότε δεν θεωρούν αναγκαία την αλλαγή της προσωπικότητας τους. Έχουν μια ανάλγητη περιφρόνηση για το κακό που προκαλούν στους άλλους.

Συνήθως η μόνη επαφή τους με ένα θεραπευτή είναι είτε λόγω δικαστικής εντολής για ψυχιατρική εκτίμηση ή για να προσπαθήσουν να τον χειραγωγήσουν ώστε να τους δώσει –καταχρηστικά– σύνταξη αναπηρίας, ασφαλιστική αποζημίωση ή ευνοϊκή ψυχιατρική εκτίμηση για κάποια επερχόμενη δικαστική διαμάχη.

Η παράνομη και παρορμητική συμπεριφορά τους συχνά παραμένει ως τη μέση ηλικία. Μετά συνήθως μειώνεται, αφού έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα και έχουν κόψει όλες τις γέφυρες. Δυστυχώς, η αντικοινωνική διαταραχή μπορεί να διαρκέσει για μια ζωή εάν η εγκληματική συμπεριφορά του ατόμου δεν τιμωρηθεί.

Ίσως η καλύτερη θεραπεία είναι μια σχέση εμπιστοσύνης με έναν θεραπευτή που αρνείται να χειραγωγηθεί.

Η ψυχοθεραπεία είναι σχεδόν πάντα η πιο κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση για τη διαταραχή αυτή. Τα φάρμακα μπορούν να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσουν στη σταθεροποίηση των εναλλαγών της διάθεσης ή άλλων συμπτωμάτων που συνυπάρχουν. Όμως δεν υπάρχει καμία έρευνα που να υποστηρίζει τη χρήση φαρμάκων για την άμεση αντιμετώπιση της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας.

Χρειάζεται να γίνει προσεκτική και διεξοδική αξιολόγηση για να διαγνωστεί αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας γιατί συχνά συγχέεται με την απλή εγκληματική δραστηριότητα (δεν έχουν όλοι οι εγκληματίες αυτή τη διαταραχή), με ενήλικη αντικοινωνική συμπεριφορά καθώς και άλλες δραστηριότητες οι οποίες δεν δικαιολογούν τη διάγνωση διαταραχής προσωπικότητας.

Επειδή πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν από τη διαταραχή αυτή θα υποχρεωθούν (με δικαστική απόφαση) σε θεραπεία, μερικές φορές σε ένα πλαίσιο φυλακής, θα είναι δύσκολο για τον ασθενή να βρει κίνητρο. Σε ένα περιορισμένο περιβάλλον, αυτό μπορεί να είναι σχεδόν αδύνατο και η θεραπεία θα πρέπει τότε να επικεντρωθεί σε εναλλακτικά ζητήματα της ζωής, όπως σε στόχους για όταν αποφυλακιστεί, βελτίωση των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων, εκμάθηση νέων δεξιοτήτων διαχείρισης και ενίσχυση των αποδεκτών συμπεριφορών.

Οι απειλές δεν είναι ποτέ ένα κατάλληλο κίνητρο σε οποιοδήποτε είδος της θεραπείας και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην αντικοινωνική διαταραχή. Αν ο μόνος τρόπος για να παρακινήσεις τον ασθενή είναι να τον απειλήσεις ότι θα αναφέρεις την έλλειψη συμμόρφωσής του προς τη θεραπεία, στο δικαστήριο ή στον υπεύθυνο της φυλακής, είναι μάλλον απίθανο ο κλινικός να πετύχει κάποια πρόοδο στη θεραπεία. Είναι σκόπιμο ωστόσο, να βοηθήσεις το άτομο να βρει καλούς λόγους για να θελήσει να δουλέψει με το πρόβλημα. Για παράδειγμα, να διασφαλίσει ότι δεν θα έχει ξανά μπλεξίματα με το νόμο, ότι δεν θα ξαναμπεί φυλακή ούτε θα υποβληθεί σε άλλες ψυχολογικές/ψυχιατρικές αξιολογήσεις.

Στο πλαίσιο εξωτερικού ιατρείου, η θεραπεία μπορεί επίσης να επικεντρωθεί σ’ αυτά τα θέματα αλλά ένα μέρος της θα πρέπει να αφιερωθεί στη συζήτηση για την αντικοινωνική συμπεριφορά και τα συναισθήματα (ή την έλλειψη αυτών). Κοινό χαρακτηριστικό των ατόμων με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας είναι η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ συναισθημάτων και συμπεριφορών. Θα είναι ωφέλιμο για το άτομο να μπορέσει να κάνει συνδέσεις ανάμεσα στις πράξεις και στα συναισθήματά του. Τα συναισθήματα είναι συνήθως μια βασική πτυχή της θεραπείας αυτής της διαταραχής. Οι ασθενείς συχνά είχαν ελάχιστες ή καμία συναισθηματικά ικανοποιητική, σημαντική σχέση στη ζωή τους, οπότε η θεραπευτική σχέση μπορεί να είναι μία από τις πρώτες. Αυτό ίσως είναι πολύ τρομακτικό για τον πελάτη αρχικά και μπορεί να γίνει ανυπόφορο. Μια στενή θεραπευτική σχέση μπορεί να προκύψει μόνο όταν έχει εγκαθιδρυθεί μια σταθερή συμπάθεια και επικοινωνία με τον πελάτη και εκείνος μπορεί μέσα του να εμπιστεύεται τον θεραπευτή.

Η εμπιστοσύνη φέρνει το θέμα του απορρήτου, δεδομένου ότι συχνά ο ασθενής με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας έχει εισαγγελική εντολή για θεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι ο ειδικός μπορεί να χρειαστεί να κάνει αναφορά κάθε τόσο, σχετικά με την πρόοδο του ασθενή στη θεραπεία. Ενώ αυτό μπορεί να γίνει συνήθως με ένα πολύ γενικό τρόπο που δεν αποκαλύπτει σημαντικές λεπτομέρειες για το περιεχόμενο της θεραπείας, εξακολουθεί να είναι ένα σημαντικό θέμα για τον πελάτη. Ο θεραπευόμενος μπορεί αρχικά να είναι καχύποπτος και δύσπιστος με τον κλινικό, δεδομένου ότι δε θα είναι σαφές ποιος έχει τη μεγαλύτερη προτεραιότητα – ο ασθενής ή το δικαστήριο. Αυτός ο φόβος μπορεί να ανακουφιστεί μόνο με μια ειλικρινή αποκάλυψη σχετικά με το τι θα αποκαλύψει ο θεραπευτής στο δικαστήριο και ακόμη περισσότερο με την πάροδο του χρόνου, καθώς ο πελάτης μαθαίνει πως ό,τι λέει στη θεραπευτική συνεδρία δεν γίνεται ευρέως γνωστό. Οι περιορισμοί της θεραπείας θα πρέπει να συζητηθούν με τον ασθενή εξαρχής, με σαφή και αντικειμενικό τρόπο, ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις αργότερα.

Το περιεχόμενο της θεραπείας θα πρέπει να επικεντρωθεί στα συναισθήματα του ασθενή ή στην έλλειψη αυτών. Καθώς το άτομο μαθαίνει να βιώνει διάφορες συναισθηματικές καταστάσεις, μία απ’ αυτές μπορεί να είναι κατάθλιψη. Ο πελάτης πιθανώς δεν θα είναι εξοικειωμένος με τα συναισθήματα που σχετίζονται με την κατάθλιψη και γι' αυτό θα είναι καλό ο κλινικός να παρέχει υποστήριξη και ενσυναίσθηση στο άτομο, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η ενίσχυση οποιουδήποτε συναισθήματος, πέρα από το θυμό ή την απογοήτευση, είναι συνήθως ευεργετική. Η βίωση έντονου συναισθήματος είναι συνήθως ένα σημάδι προόδου στη θεραπεία. Το να παραμένεις σε "ασφαλή ζητήματα" και σε ανησυχίες της πραγματικής ζωής, είναι ένας τρόπος θεραπευτικής αντιμετώπισης αυτής της διαταραχής αλλά πιθανότατα όχι τόσο αποτελεσματικός για την αλλαγή της συμπεριφοράς μακροπρόθεσμα, όσο μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στην ανακάλυψη και την ταυτοποίηση κατάλληλων συναισθηματικών καταστάσεων.

Οι άνθρωποι που έχουν αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες με πρόσωπα εξουσίας. Ο θεραπευτής θα πρέπει συνήθως να παίρνει μια ουδέτερη στάση στο θέμα αυτό, να αποφεύγει να λογομαχεί και να παίρνει θέση για θέματα και πρόσωπα εξουσίας σε σχέση με τον πελάτη.

Συνήθως ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να μπορέσει ένα άτομο με αντικοινωνική διαταραχή να αλλάξει τις ακατάλληλες συμπεριφορές του, είναι να χρειαστεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Αυτό κάποιες φορές σημαίνει να αντιμετωπίζει δικαστήρια και φυλακές αλλά μπορεί επίσης τελικά να αποτελέσει κινητήριο παράγοντα για τη θεραπεία του πελάτη.

Η ομαδική και οικογενειακή θεραπεία μπορεί επίσης να είναι βοηθητικές. Σε μια ομάδα εξειδικευμένη στην αντικοινωνική διαταραχή, ο ασθενής έχει μεγαλύτερο κίνητρο να συμβάλει και να μοιραστεί με τους άλλους. Ο συντονιστής μιας τέτοιας ομάδας θα πρέπει να εξασφαλίσει η ομάδα δεν θα αποτελέσει «σεμινάριο» δεξιοτήτων και μεθόδων για εγκληματική συμπεριφορά.

Η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να είναι χρήσιμη για την εκπαίδευση και την αύξηση κατανόησης μεταξύ των μελών της οικογένειας. Οι οικογένειες συχνά παρερμηνεύουν και βρίσκονται σε σύγχυση σχετικά με την αιτία των αντικοινωνικών συμπεριφορών και την ιδέα ότι είναι μια ψυχική διαταραχή. Τα μέλη της οικογένειας χρειάζεται να συζητήσουν ανοιχτά για τη σύγχυση, την ενοχή που νιώθουν, τον πειρασμό να επανορθώσουν για τις εγκληματικές πράξεις του ασθενή και τις απογοητεύσεις τους.

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr