Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Το ανικανοποίητο γουρουνάκι

Πριν από πολλά – πολλά χρόνια, όταν ακόμη τα ζώα μιλούσαν μεταξύ τους, ζούσε ένα μικρό άσπρο γουρουνάκι. Έμενε μόνο του σ’ ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού και περιποιόταν τον κήπο του. Με ήλιο ή με βροχή, περνούσε τον περισσότερο καιρό του σκάβοντας, σκαλίζοντας, κορφολογώντας, ποτίζοντας και γενικά φροντίζοντας τον κήπο του ώστε να του δίνει τα εισοδήματα που χρειαζόταν να ζήσει.

Κι επειδή ήταν εργατικό και φιλότιμο, τα προϊόντα του ήταν φημισμένα στη γύρω περιοχή και πολλές φορές είχαν διακριθεί και είχαν κερδίσει βραβεία στις τοπικές γεωργικές εκθέσεις.

Κάποτε όμως το γουρουνάκι άρχισε να κουράζεται από τη συνεχή, κουραστική και συχνά μονότονη αγροτική δουλειά.

«Τι σημασία έχει αν κερδίζω βραβεία για τις ντομάτες μου; Μήπως αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον θα μπορώ να δουλεύω λιγότερο για να τις μεγαλώσω;»

Αποφάσισε λοιπόν να γυρίσει τον κόσμο και να ψάξει να βρει μια δουλειά λιγότερο κουραστική και περισσότερο ενδιαφέρουσα από το να καλλιεργεί το λαχανόκηπό του. Κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του, αμπάρωσε την αυλόπορτα και πήρε το δρόμο προς το άγνωστο.

Θα είχε βαδίσει μερικές ώρες όταν βρέθηκε σε ένα εξοχικό, χαμένο ανάμεσα στα δέντρα. Μια θαυμάσια μουσική έβγαινε από το σπίτι αυτό, και το γουρουνάκι, που ήταν και φιλόμουσο, σκέφτηκε να κάνει μια επίσκεψη.

Ακολούθησε τους ήχους και σε λίγο βρέθηκε στο σπιτάκι του γάτου. Ο γάτος έβγαζε τα προς το ζην παίζοντας μουσική σε πανηγύρια και σε γιορτές. Καθώς το γουρουνάκι τον είδε να παίζει το βιολί του, σκέφτηκε:

« Να κάτι που σίγουρα είναι λιγότερο κοπιαστικό από το σκάψιμο και το πότισμα».

«Κύριε Γάτε, θα ήθελες να μου μάθεις μουσική;» ρώτησε το γουρουνάκι.


Ο γάτος το κοίταξε παράξενα και σε λίγο τού έδωσε ένα δεύτερο βιολί:

«Ασφαλώς», του είπε. «Θα κοιτάς και θα κάνεις ακριβώς αυτό που κάνω κι εγώ».

Καταχαρούμενο το γουρουνάκι, που είχε πιστέψει ότι πιθανότατα είχε λύσει το πρόβλημά του, έπιασε το δοξάρι και το έτριψε πάνω στις χορδές του βιολιού, όπως είχε δει το γάτο να κάνει.

Παράξενο! Οι ήχοι που έβγαιναν από το βιολί, μόνο μουσική δεν ήταν! Πιο πολύ θύμιζαν τα στριγκλίσματα των αδελφών του όταν άκουγαν το παραμύθι για τον Κακό Λύκο.

«Όχι, αυτό δεν είναι μουσική», παραδέχτηκε.

«Ασφαλώς και δεν είναι», είπε ο γάτος. «Για να μπορείς να παίξεις μουσική, θα πρέπει να διαθέσεις πολλά χρόνια από τη ζωή σου σε άσκηση».

Το γουρουνάκι απογοητεύτηκε:

«Τότε δεν είναι η μουσική η λύση, είναι πιο δύσκολο από το να σκάβεις ή να βοτανίζεις. Πρέπει να ψάξω για κάτι πιο εύκολο».

Επέστρεψε στο γάτο το βιολί και το δοξάρι και πήρε πάλι το δρόμο.

Βάδισε μερικές ώρες ακόμα και βρέθηκε στην καλύβα ενός σκύλου που έφτιαχνε τυρί. Τον είδε από το παράθυρο που έκοβε το τυρί σε διάφορα σχήματα και το δίπλωνε σε ωραία χαρτιά για να το πάει στο παζάρι.


«Α, να μια εύκολη δουλειά για μένα. Θα γίνω τυροκόμος», αποφάσισε στη στιγμή το γουρουνάκι.

Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και ρώτησε ευγενικά:

«Κύριε σκύλε, θέλω να γίνω τυροκόμος, θα με διδάξεις;»

«Μετά χαράς», είπε ο σκύλος. «Έχω πολλή δουλειά τελευταία και χρειάζομαι βοηθό. Ίσως στο τέλος να γίνουμε και συνεταίροι».

Καταχαρούμενο το γουρουνάκι ρίχτηκε στη δουλειά δίπλα στο σκύλο.

Σε λίγο όμως κουράστηκε και ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

«Όχι τώρα!» έβαλε τις φωνές ο σκύλος. «Αν σταματήσεις τώρα θα κοπεί το τυρί και θα γίνει τυρόγαλο. Πρέπει να συνεχίσεις μέχρι να πήξει καλά».

Αλλά το γουρουνάκι βρισκόταν κιόλας στην εξώπορτα. «Το να φτιάχνεις τυρί μού φαίνεται το ίδιο δύσκολο σα να μαθαίνεις βιολί. Καλύτερα να ψάξω για κάτι πιο εύκολο».

Συνέχισε το δρόμο του και μετά από κάμποση ώρα συνάντησε ένα μελισσουργό που έβγαζε το μέλι από τις κυψέλες και το έριχνε σε μια μεγάλη κατσαρόλα.

«Αυτή είναι δουλειά για μένα!» ενθουσιάστηκε το γουρουνάκι. «Το μέλι είναι έτοιμο από τις μέλισσες, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το αδειάζεις μέσα στο δοχείο. Και βέβαια από καιρό σε καιρό μπορείς να βάζεις και μια γουλιά στο στόμα σου απ’ αυτό το θαυμάσιο πράγμα».

Πλησίασε λοιπόν και είπε:

«Κύριε άνθρωπε, θα με διδάξεις πώς να γίνω μελισσοκόμος;»

«Πολύ ευχαρίστως», είπε εκείνος. «Ένα χρόνο ψάχνω για βοηθό, αλλά όλοι με εγκαταλείπουν μετά από λίγο. Αρχίζουμε αμέσως».

Παραξενεύτηκε το γουρουνάκι που υπήρχαν πλάσματα που δεν ήθελαν να κάνουν αυτή την τόσο εύκολη δουλειά, τη δουλειά του μελισσοκόμου.

Φόρεσε τα γάντια, τη μάσκα και τις μπότες που του έδωσε ο άνθρωπος και ρίχτηκε στη δουλειά. Αλλά, παρά τα μέτρα προφύλαξης, μερικές μέλισσες κατάφεραν να τρυπώσουν κι άρχισαν να το τσιμπούν στο πρόσωπο, στ’ αφτιά , στο λαιμό, στα πόδια, στην ουρά. Μην αντέχοντας τον πόνο το ‘βαλε στα πόδια και δε σταμάτησε παρά όταν βρέθηκε σε ασφαλή απόσταση από τις κυψέλες.

«Ασφαλώς τσιμπούν οι μέλισσες», του φώναξε από μακριά ο μελισσοκόμος. «Κι εμένα με τσιμπούν όσο κι αν προφυλαχτώ, μα είναι μέρος της δουλειάς μου».

Αλλά το γουρουνάκι είχε πάρει πάλι το δρόμο, μονολογώντας:

«Για να μάθεις βιολί, πρέπει να παίζεις χρόνια και πονούν τα χέρια σου. Για να φτιάξεις τυρί, δεν μπορείς να σταματήσεις μια στιγμή γιατί θα σου χαλάσει. Για να γίνεις μελισσοκόμος, πρέπει να σε πρήζουν με τα τσιμπήματα οι μέλισσες».

Σταμάτησε μια στιγμή στη μέση του δρόμου και σκέφτηκε:

«Μήπως το να καλλιεργώ το λαχανόκηπό μου, δεν είναι τελικά κι από τις χειρότερες δουλειές;…»

Έκανε μεταβολή και πήρε το δρόμο προς το σπίτι του. Τα λαχανικά του χρειάζονταν πότισμα μετά από μια τόσο ζεστή μέρα. Ήταν κάτι που αυτή τη φορά θα το έκανε με πολλή ευχαρίστηση.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Από το βιβλίο του Χρήστου Μαγγούτα, «Η σοφία των λαών».