Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

O βιολιστής

ταν νας βιολιστς μ παρδαλ ροχα κα μ ψηλ σκοφο. Στ λαιμό του κρατοσε σφιγμένο τ βιολί του κα μ τ᾿ λλο χέρι τ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι παιζε σν ληθινς βιολιστής. Κι μως δν ταν ληθινός. ταν π ξύλο. π να πολ σπάνιο μως ξύλο: τ ξύλο τς γάπης.

Τί εναι ατ τ ξύλο κι π τί δένδρο κόβεται δν ξέρω. Ξέρω μόνο πς κάθε τί τ καμωμένο π τέτοιο ξύλο μπορε ν᾿ γαπήση σν ζωντανς νθρωπος.

βιολιστς μα ρθε στν κόσμο τυλίχθηκε μέσα σ χαρτί, κλείσθηκε σ χονδρ κουτ κι στάλη σ᾿ να μπορικ γι ν πουληθ σν ν ταν σκλάβος κακόμοιρος. μπορος τν βαλε στν βιτρίνα. κε τν βλεπαν ο διαβάτες κα βλεπε κι ατός, χωρς ν καταλαβαίνουν κενοι τι ταν κρυμμένη ζω στ ψυχο ξύλο. μπορος κάποτε τν κούρδιζε κα τότε πι μαζευόταν κόσμος πολύς, πρ πάντων παιδιά, κι κουαν μ θαυμασμ τ γλυκει φων το βιολιο του. Κι ατ φων εχε κάτι ξεχωριστό, κάτι πο φτανε ς τν καρδιά. λο νόμιζαν πς τεχνίτης εχε πιτύχει τν μηχανή του. Δν ξεραν πς μέσα στ ψυχο ξύλο ταν κρυμμένη ζωή. Δν φαντάζονταν πς μόλις κουρδιζόταν μηχαν βιολιστς παιζε τ βιολί του μόνος μ τ δύναμη τς γάπης πο εχε μέσα του.

λλ δν παιζε γι κείνους πο μαζεύονταν κι χασκαν ξω π τ βιτρίνα. Οτε τος λογάριαζε οτε τν μελλε. παιζε μονάχα γι τν γάπη του. Κι γάπη του ταν μία ραία κούκλα ψηλότερη π λες τς λλες, λυγερή, ξεχωριστ στ χάρη, μ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ντίκρυ του στν δια βιτρίνα το μπορικο. βιολιστς ατν ντίκρυσε πρώτη μα βγκε στ φς τς μέρας π τ χονδρ κουτί του κα σ᾿ ατν χάρισε λη τν γάπη πο εχε μέσα του. λλος κόσμος δν πρχε κτς τς κούκλας. ζοσε πι γι᾿ ατήν. λλ κι κείνη βέβαια τν γαποσε. ν δν τν γαποσε, τότε γιατί δν ξεκολλοσε τ μάτια της π πάνω του, τ φωτερά της κενα μάτια πο τν καιαν; ν δν τν γαποσε γιατί δν γύριζε κν ν δ ναν ξανθ ξιωματικ πο πάνω στ ξύλινο λογό του καθισμένος εχε γυρισμένο τ κεφάλι πρς τ μέρος της π τν ρα πο τν βαλε κε μπορος; ν δν τν γαποσε, γιατί χαμογελοσε π εχαρίστηση ταν παιζε τ βιολί του, σν ν καταλάβαινε πς μόνο γι᾿ ατν παιζε; Τν γαποσε, τν γαποσε. λα ατ σαν φανερ σημάδια.

βιολιστς να φόβο εχε μέσα στν ετυχία τς γάπης του: μήπως τος χωρίσουν. Πς ταν δυνατν ν ζήση χωρς ατή; Κα τί τν θελε τ ζωή; Μ τύχη πο προστατεύει λους τος ρωτευμένους δν φησε προστάτευτο κα τν ξύλινο βιολιστή.

Μι μέρα, ν παιζε μ ρεξη τ βιολί του, περνοσαν π᾿ ξω νας λικιωμένος κύριος κα μία μεσόκοπη κυρία. -Τί ραα πο παίζει ατός!, επε κύριος. Μορχεται ν τν γοράσω το νεψιο μου. Τν δια στιγμ κυρία κύτταξε τν κούκλα.

- Κα τί ραία πο εναι κι ατή! Θ τν πάρω κι γ τς νεψις μου.

Γι μία στιγμή, βιολιστς νόμισε πς θ χωριζόταν πι π τν γάπη του κα τουρχόταν ν σκάση π τ κακό του. ν μως τν τύλιγε μπορος στ χαρτί, κατάλαβε π τν μιλία τς κυρίας τι νεψις κα νεψι σαν δέλφια κα τι στερα π λίγες μέρες θ βρισκόταν πάλι κοντ στν γαπημένη του κούκλα. καμε πομονή, μ κα ο δυ μέρες, πο μεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ να σκοτειν ντουλάπι, το φάνηκαν χρόνοι τέλειωτοι. Συλλογιζόταν τί θ γινόταν μόνη γαπημένη του, πς θ τν ναζητοσε, πς θ νόμιζε τι δν θ τν ξανάβλεπε πι κα θ σπαραζόταν π πελπισία. Κι καϋμένος βιολιστς δάκρυζε τόσο πολ κα τόσο συχνά, στε ταν τν ξετύλιξαν π τ χαρτ τν Πρωτοχρονι π τ δάκρυα εχαν ξεβάψει τ μάτια του. Βρέθηκε μέσα σ μι σάλα φωτισμένη κα γεμάτη κόσμο.

Τί τν μελλε γι τν κόσμο; Ατς κύτταζε μόνο ν δ πο ενε γάπη του. Κι ταν τν κούρδισαν, παιξε μ᾿ λη του τ δύναμη γι ν τν κούσ ατ κα ν χαρ. Το κάκου μως, το κάκου! ρα περνοσε κι κείνη δν φαινόταν πουθενά. σαν λλες κοκλες κε καθισμένες γύρω στς μεγάλες πολυθρόνες, λλ καμμι δν εχε τ χάρι τς γαπημένης του. βιολιστς ρχισε ν᾿ πελπίζεται, ταν ξαφνικ πέρα κε πίσω π μία πόρτα το φάνηκε πς εδε τν κρη νς φορέματος κα τ φόρεμα ατ μοιαζε πολ μ᾿ κενο τ κόκκινο πο φοροσε γάπη του.

Πς, ταν λοιπν κε κα δν γύριζε ν τν δ; Τί κανε πίσω π τν πόρτα; Μήπως τν περίμενε πίτηδες κε, μακρυ π τν κόσμο; πλησίασε σιγ-σιγ μ λαχτάρα, μ καρδιοχτύπι. Κα τί εδε; Τν γαπημένη του μαζ μ τν ξανθ κενον ξιωματικό, πο δν γύριζε πιστη ν δ ταν ταν στ βιτρίνα το μπορικο. Κα τώρα θ κρυφομιλοσαν βέβαια ο δυ γλυκ-γλυκ κενος π τ λογό του κι ατ στηλωμένη ρθ στν τοχο. βιολιστς ναψε π τν θυμό. Χωρς ν συλλογισθ τί κάνει, ρπαξε τ ξύλινο σπαθ π τ μέση το ξιωματικο κι πέρασε τ πιστα στήθη τς κούκλας. λλ π τν νοιχτ πληγ χύθηκε ξαφνικ κάτι πο δν μοιζε καθόλου μ αμα. βιολιστς μ τ᾿ γριεμένα μάτια του τ εδε κα τινάχθηκε πίσω...

- Τί! φώναξε μ βραχν φωνή.

Κα τν εχα γαπήσει τόσο, κι νόμιζα τι μ᾿ γαποσε κι ατ ν δν εχε μέσα στ στήθη της τίποτε λλο π πίτουρα... πίτουρα!

Τ πρωί, βρκαν πίσω π τν πόρτα τν μορφη κούκλα μ τρυπημένα τ στήθη κα χυμένα τ πίτουρα πάνω στ κόκκινο φόρεμα κα τ σπαθ το ξιωματικο πεσμένο κάτω στ πάτωμα. Κι ταν πραν ν κουρδίσουν τν βιολιστή, εδαν πς τ ξύλο του ταν σπασμένο σ δυ κομμάτια. ρραψαν τν πληγ τς κούκλας, κόλλησαν τ σπαθ το ξιωματικο, κι πέταξαν στ κάρρο τν σκουπιδιν τν χρηστο βιολιστή...

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γεώργιος Δροσίνης

Τ διήγημα « βιολιστής» δημοσιεύτηκε στ βδομαδιαο περιοδικ «Τύπος» κα ντοπίστηκε στ ρχεο το δημοσιογράφου κα συγγραφέα Μιχ. Χανούση.

*Πηγή: http://testvicky.net16.net