Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Η σημασία του πρωταρχικού δεσμού (ή δεσμού προσκόλλησης) μητέρας-βρέφους

Σύμφωνα με τη θεωρία του John Bowlby (1969), πρωταρχικός δεσμός ή δεσμός προσκόλλησης είναι ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσει το βρέφος προς το κύριο πρόσωπο που το φροντίζει (συνήθως η μητέρα). Ας δούμε πως διαμορφώνεται και πως λειτουργεί αυτή η πρώιμη σχέση πρόσδεσης του παιδιού με τη μητέρα/φροντιστή).

Τα μωρά διαθέτουν μόνο ορισμένα «σήματα» (μηνύματα) για να χρησιμοποιήσουν στο δικό τους σύστημα κοινωνικής εμπλοκής (συμμετοχής) με τους γονείς τους. Εκφέρουν ήχους, φωνές και χρησιμοποιούν «γκριμάτσες» του προσώπου για να σηματοδοτήσουν δυσφορία. Χρησιμοποιούν το χαμόγελο, το βλέμμα ή μουρμουρητά για να σηματοδοτήσουν την αγάπη και την ασφάλεια που βιώνουν με τους φροντιστές τους. Όπως επισημαίνει ο Stephen Porges (2004), το μωρό επίσης ατενίζει το γονιό του και χρησιμοποιεί την αναγνώριση (μέσω των νευρώνων ή του εγκεφάλου) των ματιών του γονέα και των μυών του προσώπου του, για να εξακριβώσει την στάση που ο γονιός έχει προς αυτό. Πιστεύεται ότι όλοι μας κληρονομούμε εγγενή «υποδείγματα» βασικών μοτίβων του προσώπου, ώστε να αρχίσουμε να κατανοούμε το περιβάλλον μας ως ανυπεράσπιστα βρέφη.

Αυτές οι συμπεριφορές και η αναγνώριση χρησιμεύουν, όπως αναφέρει η Pat Ogden (2006) στην αύξηση της εγγύτητας μεταξύ του γονέα και του μωρού και ο Daniel J. Siegel (1999) επισημαίνει ότι οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες εναρμονισμένης αλληλεπίδρασης διαμορφώνουν ένα δεσμό και μια κατανόηση που επιτρέπει στο μωρό να γίνει όλο και πιο αποτελεσματικό στο να σηματοδοτεί, να εμπλέκεται και να ανταποκρίνεται στο γονιό. Οι εμπειρίες διαμορφώνουν και ενισχύουν το σύστημα κοινωνικής εμπλοκής του παιδιού. Το μωρό είναι απόλυτα εξαρτημένοι από τη μητέρα για όλους τους πόρους του, την τροφή, τις ανάγκες και την ασφάλεια σε αυτό το στάδιο της ζωής του και επαφίεται σε αυτό το σύστημα κοινωνικής εμπλοκής για να επικοινωνήσει τις ανάγκες του.

Όπως αναφέρει η Ogden (2006), το παιδί μαθαίνει μέσω αυτού του συστήματος να βιώνει ασφάλεια και να διατηρεί ή να επαναφέρει τη διέγερση μέσα σε ένα «παράθυρο ανοχής», κατευνάζοντας το αυτόνομο νευρικό σύστημά του (ΑΝΣ) και το ραχιαίο πνευμονογαστρικό τμήμα του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος. Ένα καλά διαμορφωμένο και σταθερό σύστημα κοινωνικής εμπλοκής, που ρυθμίζει αποτελεσματικά τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα του μωρού με αυτό τον τρόπο, θα του επιτρέψει με την πάροδο του χρόνου να γίνει ένα παιδί με ένα ευρύτερο παράθυρο ανοχής βιωμάτων και ερεθισμάτων που δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλειά του. Αυτό, στη συνέχεια, γίνεται η βάση για να έχει ο μετέπειτα ενήλικας την ικανότητα να αντέχει, να επεξεργάζεται, ακόμη και να μετασχηματίσει τα δύσκολα βιώματα σε ευκαιρίες για ανάπτυξη.

Αυτό το σύστημα κοινωνικής εμπλοκής είναι χτισμένο εν μέρει πάνω στην επαφή πρόσωπο-με-πρόσωπο, στη σωματική επαφή μεταξύ των γονέων και του παιδιού, στη συνήχηση και στην αλληλεπίδραση του γονέα με το παιδί με σωματικές στάσεις, τους μυς του προσώπου, τον τόνο φωνής και ομιλίας, την αφή και την ευαισθησία. Όπως αναφέρει ο Norman Doidge (2007), αυτή η αμφίδρομη δυναμική μεταξύ γονέα και μωρού πιστεύεται από νευροεπιστήμονες ότι διευκολύνει την ανάπτυξη του βασικού κέντρου επεξεργασίας συναισθημάτων και διέγερσης που ονομάζεται τροχιακός προμετωπιαίος φλοιός.

Ερευνητές τραύματος και νευροεπιστημών όπως η Pat Ogden (2006) και ο Antonio Damasio (1994) έχουν διαπιστώσει ότι η ικανότητα για αυτορρύθμιση είναι το βασικό θεμέλιο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται μια λειτουργική αίσθηση του εαυτού. Αυτή η αίσθηση του εαυτού είναι πρώτα και κύρια μια σωματική αίσθηση του εαυτού. Δεν βιώνεται μέσα από τη γλώσσα αλλά μέσα από τις αισθήσεις και τις κινήσεις του σώματος. Αυτός είναι ο λόγος που η επικεντρωμένη-στο-σώμα ψυχοθεραπεία επιτυγχάνει τόσο ενισχυμένα αποτελέσματα όταν πρόκειται για ανθρώπους που δεν έχουν μια σταθερή αίσθηση του εαυτού ή για αποκατάσταση πρώιμων τραυμάτων όπως το τραύμα πρόσδεσης.

Η «αρκετά καλή» μητέρα/φροντιστής που περιγράφει ο Winnicott, είναι σε θέση να διαχωρίσει τις ανάγκες του παιδιού από τις δικές της, να είναι εκεί για το παιδί, να κατανοεί τις νοητικές διεργασίες του και τον αναπτυσσόμενο εαυτό του, να ανταποκρίνεται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται το βρέφος και να επικοινωνεί μαζί του με ενσυναίσθηση. Η μητέρα και το βρέφος αναπτύσσουν μια διαισθητική συνήχηση και έναν «χορό» σημάτων και εκφράσεων που είναι βασισμένα στην κατανόηση και την εμπιστοσύνη και τα οποία εδραιώνουν το δεσμό μητέρας-παιδιού και επιτρέπουν στο παιδί να αναπτύξει ισχυρό και ασφαλές σύστημα κοινωνικής εμπλοκής και εμπειρίες.

Σ’ αυτή η διαδικασία συνήχησης, ο ενήλικας «συναντά» το παιδί στην πραγματικότητα του και ασχολείται μαζί του με ενσυναίσθηση, ευαισθησία, ενδιαφέρον, φροντίδα και ζεστασιά.

Καθώς το μωρό αναπτύσσεται από τη βρεφική ηλικία και μετά, είναι όλο και περισσότερο σε θέση να επικοινωνεί και να εκφράζεται με τις δικές του ικανότητες που έρχονται σταδιακά στο προσκήνιο. Οι γονείς λοιπόν, τονίζει ο Doidge (2007), χρειάζεται να εμπλουτίσουν τη διέγερση του παιδιού και να του παρέχουν ευχάριστες εμπειρίες που αξιοποιούν την πλούσια ανάπτυξη νευρικών οδών στον εγκέφαλο του παιδιού. Και η Ogden (2006) αναφέρει ότι η καινοτομία, τα νέα ερεθίσματα και εμπειρίες και η αλληλεπίδραση του φροντιστή με έναν πιο ώριμο και εξελιγμένο τρόπο μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο περίεξης, θα προάγει την ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού, του νευρικού του συστήματος και του συστήματος κοινωνικής του εμπλοκής.

Τα τελευταία χρόνια στο δυτικό κόσμο κατάρρευσε το παραδοσιακό οικογενειακό σύστημα όπου η μητέρα ήταν σε θέση να μείνει στο σπίτι από επιλογή, για να είναι εκεί και να μεγαλώσει τα παιδιά τουλάχιστον μέχρι να ξεκινήσουν το σχολείο. Διάφορα κίνητρα και στόχοι κοινωνικοί, οικονομικοί και αυτοπραγμάτωσης, επέφεραν αυτή την αλλαγή. Η αυξανόμενη απαίτηση για βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης και ο καταναλωτισμός, δημιουργούν επίσης την ανάγκη να έχουν εισόδημα και οι δύο γονείς.

Αυτές οι κοινωνικές αλλαγές και ο διαφορετικός τρόπος ζωής, όπως λέει ο Biddulph (2007), δεν έχουν βοηθήσει τις αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών στην πρώιμη ζωή τους. Τα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν την αύξηση των ποσοστών μαθησιακών δυσκολιών στα παιδιά, άγχος και καταθλιπτικές διαταραχές σε παιδιά σχολικής ηλικίας και εφήβους, θέματα ψυχικής υγείας και κοινωνικοποίησης. Τα πρώιμα ψυχικά τραύματα έχουν συνδεθεί με πολλές από αυτές τις συνθήκες.

Η διαδικασία πρόσδεσης του παιδιού στην βρεφική/νηπιακή ηλικία είναι επίσης σημαντική για τους μετέπειτα ενήλικους τρόπους αναζήτησης δεσμών εγγύτητας μέσω σχέσεων και οικειότητας.

Η εξελικτική ψυχολογία έχει διατυπώσει ορισμένους βασικούς τρόπους και τύπους περιγραφής των εκβάσεων του πρωταρχικού δεσμού βρέφους-μητέρας, όσον αφορά στην επίδραση που έχει στη συμπεριφορά του παιδιού και του μετέπειτα ενήλικα.

Σύμφωνα με τον Louis Cozolino (2010), τα μοτίβα πρόσδεσης που σχηματίζονται κατά τη βρεφική ηλικία, συνήθως παραμένουν σχετικά σταθερά σε όλη την παιδική ηλικία και την ενήλικη ζωή.

Η Ogden (2006) περιγράφει επίσης τη βάση των μοτίβων πρόσδεσης. Τα μοτίβα πρόσδεσης διατηρούνται και παραμένουν μέσα από χρόνιες σωματικές τάσεις, που αντανακλούν τον πρωταρχικό δεσμό. Κωδικοποιημένα ως διαδικαστική μνήμη, τα πρότυπα αυτά φανερώνουν την αναζήτηση εγγύτητας, συμπεριφορά κοινωνικής εμπλοκής (χαμόγελο, κίνηση προς, προσέγγιση, άπλωμα των χεριών, επαφή με τα μάτια) και αμυντικές εκφράσεις (σωματική απόσυρση, μοτίβα έντασης και υπερβολική ή χαμηλή διέγερση).

Τα 4 βασικά στερεότυπα μοτίβων πρόσδεσης που περιγράφουμε, είναι γενικεύσεις. Μπορεί να υπάρχει ένα ευρύ φάσμα διακύμανσης σε καθέναν από αυτούς τους τύπους. Κάθε άτομο έχει τις δικές τους μοναδικές εμπειρίες μοτίβων πρόσδεσης και επιδράσεων που υπόκεινται σε μία ή περισσότερες από αυτές τις γενικεύσεις.

Βασικά στερεότυπα μοτίβων πρόσδεσης

· Ασφαλής προσκόλληση/Ασφαλής δεσμός

· Ανασφαλής-αποφευκτική προσκόλληση

· Ανασφαλής-αμφιθυμική προσκόλληση

· Αποδιοργανωμένη-αποπροσανατολισμένη προσκόλληση

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr

*Πηγές

Biddulph S. (2007), Raising Babies, Finch Publications, Sydney.

Carter C.S., Ahnert L., Grossmann K., Hrdy S.B., Lamb M.E., Porges S.W., Sachser N. (2005), Attachment and Bonding: A New Synthesis. Cambridge: MIT Press.

Doidge N. (2007), The Brain That Changes Itself, James H. Silberman Books.

Damasio A. (1994), Descartes Error: Emotion, Reason, and the Human Brain, Putnam Publishing, New York.

Ogden Pat, Minton Kekuni, Pain Clare (2006), Trauma and the Body: A Sensorimotor Approach to Psychotherapy, W. W. Norton & Company.

Siegel, D. (1999), The developing mind, New York: Guilford Press.

Van der Kolk B., McFarlane A.C. & Weisaeth, L. (1996), Traumatic stress: The effects of overwhelming experience on mind, body and society, New York: Guilford Press.