Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Η ανασφαλής-αμφιθυμική προσκόλληση, προάγγελος συνεξαρτώμενης προσωπικότητας

Η ανασφαλής-αμφιθυμική προσκόλληση είναι για μια παραλλαγή της ανασφαλούς προσκόλλησης. Σε αυτή τη δυναμική, η μητέρα είναι ασυνεπής και απρόβλεπτη ως προς την ανταπόκρισή της στο μωρό/νήπιο. Όπως αναφέρει ο D. Siegel (1999), μπορεί είτε να δημιουργεί υπερδιέγερση στο παιδί ή να αδυνατεί να το βοηθήσει να «εμπλακεί» (να συμμετέχει) σε μια σχέση μαζί της.

Τέτοια συμπεριφορά εκδηλώνουν μητέρες που έχουν εξάρτηση από ουσίες (αλκοόλ, ναρκωτικά κοκ.) ή κατάθλιψη και δεν ήταν παρούσες στις ανάγκες του παιδιού.

Ο τρόπος που αλληλεπιδρά η μητέρα με το παιδί συχνά ανταποκρίνεται στις δικές της συναισθηματικές ανάγκες και διαθέσεις παρά σε αυτές του παιδιού. Μπορεί να δημιουργεί ερεθίσματα στο παιδί που του προκαλούν υψηλή διέγερση, ακόμη και όταν το παιδί επιχειρεί να την προειδοποιήσει ότι προσπαθεί να μετριάσει τη διέγερση του ερεθίσματος με κάποιο τρόπο, π.χ. με βλέμμα αποστροφής, όπως επισημαίνει η Pat Ogden (2006). Η μητέρα, σύμφωνα με τον Siegel (1999), εναποθέτει τις δικές της συναισθηματικές ανάγκες στο βρέφος και τελικά τραυματίζει το παιδί στη διαδικασία.

Σε αυτή τη δυναμική, αναφέρει η Ogden (2006), η συναισθηματική ανάγκη της μητέρας για «εμπλοκή» (συμμετοχή) και επαφή, παρακάμπτει την κατάσταση ύπαρξης και τις ανάγκες του παιδιού εκείνη την στιγμή και η μητέρα εισβάλλει και παραβιάζει το παιδί προκαλώντας κλιμάκωση και απορύθμιση της διέγερσής του. Αυτή η υπερ-διέγερση μπορεί εύκολα να απειλήσει την ακεραιότητα και την αίσθηση της ασφάλειας του παιδιού.

Μια συνήθης περίπτωση τέτοιου είδους είναι η ναρκισσιστική μητέρα που αντιμετωπίζει το μωρό της ως «έκθεμα» που το ντύνει, το επιδεικνύει και το κάνει επίκεντρο της προσοχής όπου τα πολλαπλά βλέμματα των άλλων μπορεί να συνταράξουν το μωρό/νήπιο. Η μητέρα αντιμετωπίζει το παιδί ως προέκταση του εαυτού της και προσπαθεί να κερδίσει επιδοκιμασία και προσοχή έχοντας ένα «ιδιαίτερο» μωρό ή παιδί. Το παιδί «χρησιμοποιείται», σύμφωνα με την L. Martinez-Lewi (2013), για να θρέψει τα ναρκισσιστικά αποθέματα της μητέρας.

Μια άλλη εκδοχή αυτής της παραβίασης είναι η επιθυμία των γονέων να «φτιάξουν» ένα παιδί-θαύμα. Μερικοί γονείς το παρακάνουν με τη διέγερση του παιδιού τους απαιτώντας να αρχίσει να διαβάζει, να γράφει, να παίζει πιάνο, να κάνει μαθηματικά κλπ. πάρα πολύ νωρίς. Οι γονείς συνήθως προβάλλουν τις δικές τους ναρκισσιστικές απαιτήσεις στο παιδί να είναι «ιδιαίτερο» και το αναγκάζουν να αποκτήσει γνώσεις ώστε να μπορούν στη συνέχεια να καυχηθούν και να «επιδείξουν» το παιδί στους άλλους. Αυτό μπορεί να είναι κακοποιητικό γιατί δεν βλέπουν το παιδί με τα έμφυτα χαρακτηριστικά του αλλά σαν ένα αξεσουάρ που θα το φορέσει ο γονέας ως μέρος της μεγαλειώδους και τέλειας εικόνας μητέρας/πατέρα (Meier, 2010).

Ένα παιδί που χρησιμοποιείται από τη μητέρα με αυτό τον τρόπο, δέχεται μπερδεμένα μηνύματα. Παίρνει «ιδιαίτερη» προσοχή καθώς η μητέρα εξασκεί «ανειλικρινώς» την «καλή μητρότητα» δημόσια και ανάμεσα σε φίλους, προκειμένου να υποστηρίξει την ναρκισσιστική εικόνα της τέλειας γυναίκας στην κοινωνία, επισημαίνει η Martinez-Lewi (2013). Καθώς η μητέρα όλο αυτό το κάνει για τον εαυτό της, στην πραγματικότητα είναι ανειλικρινές. Μόλις το παιδί βρεθεί στο σπίτι, συνήθως υπόκειται σε αδιαφορία και απόρριψη καθώς η ναρκισσιστική μητέρα δεν μπορεί να είναι εκεί για το παιδί και αντ’ αυτού το παιδί εξυπηρετεί μόνο το σκοπό του να κάνει τη μητέρα να φαίνεται καλή (Meier, 2010).

Με τον τρόπο αυτό και με άλλους τύπους συμπεριφορών, η μητέρα είναι ασυνεπής (ασταθής) ως προς τη διαθεσιμότητα της, κάποιες φορές επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας την εγγύτητα και κάποιες φορές όχι. Έτσι, αναφέρει η Ogden (2006), το παιδί δεν έχει σιγουριά για την αξιοπιστία της ανταπόκρισης της μητέρας στις προσπάθειές του για σωματική και συναισθηματική επικοινωνία. Ως αντίδραση σε αυτή την αβεβαιότητα και ασυνέπεια, το μωρό/νήπιο γίνεται επιφυλακτικό, πολύ αναστατωμένο, ανήσυχο, ταραγμένο, θυμωμένο και προβληματισμένο σε όλη τη διαδικασία αποχωρισμού και επανασύνδεσης με τη μητέρα.

Κατά την επανένωση, μπορεί να κλαίει, να είναι αναστατωμένο και δεν μπορεί να παρηγορηθεί από την παρουσία του φροντιστή ή τις προσπάθειες καθησυχασμού του. Το παιδί αναπτύσσει ευερεθιστότητα, συχνά αγωνίζεται να συνέλθει από το στρες, εκδηλώνει δυσκολία στον έλεγχο των παρορμήσεων, φόβο εγκατάλειψης και επιδίδεται σε συμπεριφορές εκδραμάτισης όπως είναι ο θυμός. Αυτά τα παιδιά συχνά χαρακτηρίζονται ότι έχουν «δύσκολη ιδιοσυγκρασία» με τάση για έντονο τρόπο έκφρασης και αρνητική διάθεση, αργή προσαρμοστικότητα στις αλλαγές και έλλειψη ελέγχου πάνω σε ορισμένες βιολογικές λειτουργίες, όπως φαίνεται για παράδειγμα στη νυχτερινή ενούρηση (Ogden, 2006).

Το παιδί μπορεί να κυμαίνεται ανάμεσα στο θυμό, σε συμπεριφορές απόρριψης και απεγνωσμένης επιζήτησης επαφής κατά την επανένωση με τη μητέρα μετά τον αποχωρισμό. Η αποκατάσταση του ρήγματος της εμπιστοσύνης και εγκατάλειψης δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει καθώς το παιδί έχει μάθει να μην εμπιστεύεται τη συνέπεια ή ασφάλεια της μητέρας και φοβάται μήπως χρησιμοποιηθεί και πάλι για να καλύψει τις ανάγκες της μητέρας. Όλα αυτά τρομοκρατούν το παιδί (Siegel, 1999).

Οι ενήλικες που είχαν στην παιδική τους ηλικία μια τέτοια φάση Ανασφαλούς-αμφιθυμικής προσκόλλησης, έχουν την τάση να απορροφώνται υπερβολικά από τις σχέσεις εγγύτητας στην ενήλικη ζωή. Είναι επικεντρωμένοι στις ανάγκες τους για προσκόλληση, εξαρτώνται υπερβολικά από τους άλλους και συχνά έχουν μια τάση προς τη συγχώνευση και έντονες διαπροσωπικές σχέσεις και σχέσεις εγγύτητας (Ogden, 2006).

Αυτοί οι ενήλικες μπορεί να προσελκύουν και να προσελκύονται από ναρκισσιστικούς συντρόφους ή συντρόφους με ροπή προς τον εθισμό που είναι μη διαθέσιμοι συναισθηματικά ή ασταθείς στη σχέση. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο ενήλικας που έχει θέμα Ανασφαλούς-αμφιθυμικής προσκόλλησης ουσιαστικά «φροντίζει» ή διευκολύνει το άλλο πρόσωπο στη σχέση, αναπαράγοντας τρόπον τινά το ρόλο που είχε με τη μητέρα κατά την παιδική του ηλικία, όπως αναφέρει η P. Mellody (2001). Μπορεί να είναι συν-εξαρτώμενη προσωπικότητα. Συνήθως επικεντρώνεται υπερβολικά στην εσωτερική του δυσφορία και συχνά αναζητά ανακούφιση ως προτεραιότητα μέσω των δικών του συμπεριφορών εθισμού ή καθησυχασμού του άγχους.

Οι ενήλικες αυτοί έχουν ιστορικό και βιώματα ανασφαλούς ή διαταραγμένης κοινωνικής εμπλοκής (συμμετοχής) με τις μητέρες τους. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στη συνέχεια αναπαράγουν το ίδιο στις ενήλικες σχέσεις τους και συχνά δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν την ασφάλεια ή την απουσία της στη σχέση. Μπορεί να έχουν μια σειρά από μη ασφαλείς σχέσεις ή να έλκονται από συντρόφους τύπου «κακό αγόρι» ή «επικριτική μητέρα».

Η στάση τους στη σχέση είναι η διαθεσιμότητα της δικής τους ικανότητας να συνδέονται με το σύντροφό τους και να παίρνουν διορθωτικά μέτρα όταν το άλλο πρόσωπο γίνεται μη διαθέσιμο ή απειλεί να τους εγκαταλείψει (Ogden, 2006). Είναι ουσιαστικά συν-εξαρτώμενοι. Ίσως να μην είναι σε θέση να «εμπεριέξουν» τη δική τους διέγερση συναισθημάτων και άγχους και να επιδιώκουν να εκφορτιστούν ξαφνικά και χωρίς προσεκτική, σκόπιμη δράση που επιτυγχάνει ένα συγκεκριμένο στόχο (Ogden, 2006). Μπορεί να παρουσιάζουν κάποιες απορυθμισμένες/δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

Ο Stephen Johnson (1994), συνδέει τις διαταραχές της φάσης προσκόλλησης με εκβάσεις ενσώματων χαρακτηρολογικών δομών. Το σώμα των Ανασφαλών-αμφιθυμικών ενηλίκων παρουσιάζει συχνά μια πλαδαρή και μη ανεπτυγμένη διάσταση λόγω της έλλειψης φροντίδας από τη μητέρα. Μπορεί κάτω από την πλαδαρότητα του στήθους να υπάρχει ένα πιο βαθύ σύνολο μυών που είναι συμπιεσμένοι ή μπλοκαρισμένοι στους πάνω ώμους, εκφράζοντας περιορισμό ή δισταγμό στη χειρονομία να προσεγγίσουν και να πιάσουν/αγγίξουν κάποιον άλλο.

Κάποιοι μπορεί να δείχνουν μια βαθιά λαχτάρα έχοντας το βλέμμα του «κουταβιού» και μια παθητικότητα με έκκληση για επαφή (Johnson, 1994). Ο Lowen (1994) περιγράφει ότι είναι πολύ απορροφημένοι με το πώς θα προσεγγίσουν ή θα πάρουν αγκαλιά για να νιώσουν φροντίδα παρά για την ενήλικη οικειότητα. Τα σώματά τους μπορεί να δείχνουν «χωρίς ζωή μέσα τους». Όταν προσεγγίζονται από τους άλλους μπορεί να γίνονται νευρικοί, να ταράζονται σωματικά και να χάνουν ή να αυξάνουν μυϊκό τόνο στη σκέψη του αποχωρισμού (Ogden: 2006).

Στις ενήλικες σχέσεις τους, συχνά επιδιώκουν να συγχωνευθούν με το άλλο πρόσωπο. Αυτό μπορεί να συμβεί με λεπτούς τρόπους, όπως το να διευκολύνουν και να επιτρέπουν τις μη υγιείς συμπεριφορές του άλλου ατόμου (Mellody, 2001). Συχνά είναι πιο εύκολο να συνταχθούν με τις επιθυμίες του άλλου ατόμου, προκειμένου να αποφύγουν τη σύγκρουση ή τη φασαρία. Αυτό αποτρέπει τον κατακλυσμό του ατόμου από την υπερβολική διέγερση και συνάδει με το ασυνείδητο γνώριμο στυλ του να είσαι εκεί για το άλλο άτομο, ακριβώς όπως ήταν για τη μητέρα στην παιδική του ηλικία.

Εάν αποφεύγεις να αποκαλύπτεις αυτό που πραγματικά θέλεις ή ποιός πραγματικά είσαι, τότε έχεις υιοθετήσει έναν ρόλο, έναν ψευδή εαυτό. Και αυτό μπορεί να είναι απομίμηση ενός ναρκισσιστικού γονέα που ζει ουσιαστικά με έναν ψευδή εαυτό μιας εξιδανικευμένης εικόνας. Αν αυτό γίνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, τότε διευκολύνει μια στάση όπου η δική σου ταυτότητα και ανάγκες δεν έχουν πλέον σημασία, δεν εκπληρώνονται ούτε αναγνωρίζονται. Αυτό μιμείται την παιδική σου ηλικία. Η σχέση με τον σύντροφο μπλοκάρει, γίνεται άκαμπτη επειδή δεν υπάρχει τρόπος να εξελιχθείς πέρα ​​από τις πλαστές ταυτότητες και κανείς από τους δύο συντρόφους δεν είναι υγιής. Τελικά μπορεί κανείς σιγά-σιγά να διαβρώνεται μέχρι να αρχίσει να χάνει την αίσθηση του εαυτού του.

Η ασυνεπής ανταπόκριση της μητέρας έμαθε στο παιδί να αυξάνει τα σήματα για προσοχή, πράγμα που κλιμάκωνε την αγωνία του να επιζητά φροντίδα (Ogden, 2006). Ως ενήλικας, βρίσκει αγχωτική την απομόνωση επειδή δυσκολεύεται να αντέξει τη μοναξιά και έτσι προσκολλάται σε κοινωνικές και σχεσιακές επαφές (Ogden, 2006).

Έχει την τάση να εξαρτάται υπερβολικά από τη διαδραστική ρύθμιση και φροντίδα από τους άλλους. Ταυτόχρονα βιώνει την έλλειψη της ικανότητας να ηρεμεί και να καθησυχάζεται εύκολα μέσα στη σχέση, δεδομένου ότι παραμένει δύσπιστος ως προς την επαφή και γι’ αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται σε επαγρύπνηση και υπερδιέγερση στην ιδέα της εισβολής, εκμετάλλευσης ή συναισθηματικού τραυματισμού από το άλλο πρόσωπο (Ogden, 2006).

Η αίσθηση της συγχώνευσης με ένα άλλο άτομο μπορεί να είναι ελκυστική κάποιες φορές. Αν είσαι σε μια κατάσταση άγχους, μπορεί να φαίνεται πολύ ασφαλές και καθησυχαστικό να «βυθιστείς» μέσα σε ένα άλλο άτομο. Είναι μια προσπάθεια να ικανοποιήσεις τελικά τις ανάγκες για φροντίδα που δεν βρήκαν ανταπόκριση όλα αυτά τα χρόνια όταν ήσουν μωρό/νήπιο. Η συναισθηματική «συγχώνευση» μπορεί να μειώσει το άγχος και να αποκαταστήσει την αίσθηση της ταυτότητας και του σκοπού, παρόλο που η ταυτότητα γίνεται πλέον «εμείς» και όχι «εγώ». Αυτό μπορεί επίσης να ευνοήσει την εξάρτηση από το άλλο πρόσωπο, καθώς η σχέση είναι σχέση συνεξάρτησης.

Η οικειότητα προάγει την έννοια της υγιούς συγχώνευσης μέσα σ’ ένα πλαίσιο ισχυρών ορίων και υγιούς αίσθησης του εαυτού. Ο έρωτας της ενήλικης σχέσης περιλαμβάνει εν μέρει την σύντηξη των επιμέρους ορίων και τη συγχώνευση των δύο ανθρώπων σε μια κατάσταση προσωρινής ένωσης.

Η υγιής «συγχώνευση» μπορεί να είναι μια εμπειρία εκστατικής ένωσης. Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής ή στιγμών πολύ έντονης τρυφερότητας, μπορεί να υπάρξει μια αίσθηση υπέροχης «σύντηξης» με το άλλο πρόσωπο. Αυτό είναι υγιές και επιθυμητό, εφ’ όσον είναι προσωρινό και έχεις τη δυνατότητα να επιστρέψεις ελεύθερα στην ξεχωριστή σου ταυτότητα. Αυτό δεν είναι συνεξάρτηση.

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr

*Πηγές

Johnson Stephen (1994), Character Styles· W. W. Norton & Company.

Lowen Alexander (1994), Bioenergetics, Penguin/Arkana.

Meier P., Munz C., Charlebois L. (2010), You Might Be a Narcissist If... - How to Identify Narcissism in Ourselves and Others and What We Can Do About It, Langdon Street Press.

Martinez-Lewi L. (2013), Freeing Yourself from the Narcissist in Your Life, TarcherPerigee.

Mellody Pia (2001), Facing Co-Dependence, Harper San Francisco, USA.

Ogden Pat, Minton Kekuni, Pain Clare (2006), Trauma and the Body: A Sensorimotor Approach to Psychotherapy, W. W. Norton & Company.

Siegel, D. (1999), The developing mind, New York: Guilford Press.