Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Οι Ψυχολογικές Διαστάσεις της Παιδοφιλίας

παιδοφιλίαΤι είναι η Παιδοφιλία

Η παιδοφιλία είναι ένα είδος παραφιλίας (σεξουαλικής παρέκκλισης) που αφορά ένα έντονο, μη φυσιολογικό ενδιαφέρον προς τα παιδιά.

Παραφιλία είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες, έντονες και σεξουαλικά διεγερτικές φαντασιώσεις, σεξουαλικές παρορμήσεις ή συμπεριφορές που γενικά αφορούν: μη ανθρώπινα αντικείμενα, βασανισμό ή ταπείνωση του ίδιου του ατόμου ή του συντρόφου του (όχι απλή προσποίηση), ζώα, παιδιά ή άλλα άτομα που δεν συναινούν.

Η παιδοφιλία είναι επίσης μια ψυχοσεξουαλική διαταραχή στην οποία το προτιμώμενο ή αποκλειστικό μέσο σεξουαλικής διέγερσης και ικανοποίησης είναι η φαντασίωση ή η πραγματική συμμετοχή σε σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά προεφηβικής ηλικίας (συνήθως 13 ετών και κάτω). Το ενδιαφέρον μπορεί να στρέφεται σε παιδιά του ίδιου φύλου ή σε παιδιά του άλλου φύλου. Μερικοί παιδόφιλοι έλκονται και από αγόρια και από κορίτσια. Ορισμένοι έλκονται μόνο από παιδιά, ενώ άλλοι έλκονται και από ενήλικους και από παιδιά.

Το επίκεντρο λοιπόν της παιδοφιλίας είναι η σεξουαλική δραστηριότητα με ένα παιδί. Οι σεξουαλικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την παιδοφιλία καλύπτουν ένα φάσμα δραστηριοτήτων και ενδέχεται να εμπλέκουν τη χρήση βίας. Κάποιοι παιδόφιλοι περιορίζουν τη συμπεριφορά τους στο να επιδεικνύουν τα γεννητικά τους όργανα ή να αυνανίζονται μπροστά στο παιδί ή να θωπεύουν ή να ξεντύνουν το παιδί χωρίς όμως να έχουν επαφή με τα γεννητικά όργανα του παιδιού. Άλλοι, ωστόσο, υποχρεώνουν το παιδί να συμμετάσχει σε στοματικό σεξ ή σε ολοκληρωμένη σεξουαλική πράξη.

Δεν υπάρχει χαρακτηριστικός τύπος παιδόφιλου. Ο παιδόφιλοι μπορεί να είναι νέοι ή ηλικιωμένοι, άντρες ή γυναίκες – παρόλο που η μεγάλη πλειοψηφία είναι άντρες. Δυστυχώς, κάποιοι παιδόφιλοι είναι επαγγελματίες στους οποίους έχει ανατεθεί η εκπαίδευση ή η προάσπιση της υγείας νεαρών ατόμων ενώ άλλοι έχουν την επιμέλεια παιδιών από το οικογενειακό τους περιβάλλον.


Αιτιολογία

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες αναφορικά με τις αιτίες της παιδοφιλίας.

Ένας μικρός αριθμός ερευνητών αποδίδουν την παιδοφιλία μαζί με τις άλλες μορφές παραφιλίας, σε βιολογικούς παράγοντες. Υποστηρίζουν ότι η τεστοστερόνη, μία από τις ανδρικές ορμόνες, προδιαθέτει τους άντρες να αναπτύσσουν παρεκκλίνουσες σεξουαλικές συμπεριφορές. Όσο αφορά στους γενετικούς παράγοντες, τα ερευνητικά δεδομένα δεν έχει υποδείξει κάποιο γονίδιο που να σχετίζεται με την παιδοφιλία.

Οι περισσότεροι ειδικοί θεωρούν ότι η παιδοφιλία οφείλεται σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες παρά σε βιολογικά χαρακτηριστικά. Κάποιοι πιστεύουν ότι η παιδοφιλία είναι το αποτέλεσμα σεξουαλικής κακοποίησης του ατόμου κατά την παιδική ηλικία. Άλλοι πιστεύουν ότι απορρέει από το είδος της αλληλεπίδρασης που είχε το άτομο με τους γονείς του κατά τα πρώιμα χρόνια της ζωής του.

Κάποιοι ερευνητές αποδίδουν την παιδοφιλία σε καθυστερημένη συναισθηματική ανάπτυξη. Αυτό σημαίνει ότι ο παιδόφιλος έλκεται από παιδιά επειδή δεν έχει προλάβει να ωριμάσει ψυχολογικά.

Μερικοί θεωρούν ότι η παιδοφιλία είναι αποτέλεσμα μιας διαστρεβλωμένης ανάγκης για κυριαρχία πάνω στο σεξουαλικό σύντροφο. Επειδή τα παιδιά είναι μικρότερα και συνήθως πιο αδύναμα από τους ενήλικες, μπορούν να θεωρηθούν ως μη απειλητικοί υποψήφιοι παρτενέρ. Αυτή η παρόρμηση για κυριαρχία θεωρείται κάποιες φορές ότι εξηγεί το γεγονός πως οι περισσότεροι παιδόφιλοι είναι άντρες.


Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του παιδόφιλου

Ο παιδόφιλος συχνά είναι πολύ ελκυστικός στα παιδιά που αποτελούν υποψήφια θύματα. Μπορεί να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε αθλητικές ομάδες, ομάδες προσκόπων, θρησκευτικές ή πολιτικές οργανώσεις που αφορούν τους νέους. Σε κάποιες περιπτώσεις, παιδόφιλοι που έλκονται από παιδιά του ευρύτερου οικογενειακού τους περιβάλλοντος, μπορεί να προσφερθούν στους συγγενείς τους για τη φύλαξη των παιδιών. Συχνά έχουν καλές διαπροσωπικές ικανότητες με τα παιδιά και μπορούν εύκολα να κερδίσουν τη εμπιστοσύνη τους.

Κάποιοι παιδόφιλοι κάνουν εκλογικεύσεις ή φτιάχνουν δικαιολογίες που τους επιτρέπουν να αποφεύγουν την ανάληψη ευθύνης για τις πράξεις τους. Μπορεί να κατηγορήσουν τα παιδιά επειδή είναι πολύ ελκυστικά ή σεξουαλικώς προκλητικά. Επίσης μπορεί να υποστηρίζουν ότι «διδάσκουν» στο παιδί «τα μυστικά της ζωής» ή «την αγάπη». Αυτή η εκλογίκευση συχνά γίνεται από παιδόφιλους που έχουν παρενοχλήσει παιδιά του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Όλες αυτές οι εκλογικεύσεις συναντώνται στην παιδική πορνογραφία.

Δημογραφικά στοιχεία

Σύμφωνα με διεθνή δεδομένα, η παιδοφιλία μαζί με την ηδονοβλεψία και την επιδειξιομανία, αποτελούν τις τρεις μορφές παραφιλίας που οδηγούν συνήθως στη σύλληψη από την αστυνομία.

Η έναρξη της παιδοφιλικής συμπεριφοράς (όπως και των περισσότερων σεξουαλικών παρεκκλίσεων) συνήθως γίνεται κατά την εφηβεία και την αρχή της ενήλικης ζωής, αν και υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις παιδόφιλων που ξεκινούν τις δραστηριότητές τους κατά τη μέση ηλικία.

Η συχνότητα εκδήλωσης της παιδοφιλικής συμπεριφοράς ποικίλει ανάλογα με το ψυχοκοινωνικό στρες. Όσο αυξάνονται τα επίπεδα στρες του παιδόφιλου, αυξάνεται και η συχνότητα δράσης του ως παιδόφιλου. Το αλκοόλ επίσης επιτείνει αυτή τη συμπεριφορά.

Η παιδοφιλία εκδηλώνεται περισσότερο στους άντρες παρά στις γυναίκες. Επίσης, το ποσοστό υποτροπής (επανάληψη των πράξεων) για τους παιδόφιλους που προτιμούν αγόρια είναι περίπου διπλάσιο από το ποσοστό υποτροπής για τους παιδόφιλους που προτιμούν κορίτσια.

Οι παιδόφιλοι μπορεί να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στα παιδιά τους ή σε παιδιά συγγενών ή να αναζητούν παιδιά εκτός της οικογένειας. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι ετεροφυλόφιλοι.



Διαγνωστικά κριτήρια

Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών διαταραχών (DSM-IV), τα διαγνωστικά κριτήρια της παιδοφιλίας είναι:

1. Για μια περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών, επανειλημμένες, έντονες και σεξουαλικά διεγερτικές φαντασιώσεις, σεξουαλικές παρορμήσεις ή συμπεριφορές που αφορούν σεξουαλική δραστηριότητα με ένα παιδί ή παιδιά προεφηβικής ηλικίας (13 ετών ή μικρότερα).

2. Οι φαντασιώσεις, σεξουαλικές παρορμήσεις ή συμπεριφορές προκαλούν κλινικά σημαντική υποκειμενική ενόχληση ή βλάβη στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή σε άλλους σημαντικούς τομείς της καθημερινής λειτουργικότητας.

3. Το άτομο είναι τουλάχιστον 16 ετών και τουλάχιστον 5 χρόνια μεγαλύτερο από το παιδί ή τα παιδιά που αποτελούν τα αντικείμενα προσοχής ή σεξουαλικής δραστηριότητας.

 

*Διάγνωση παιδοφιλίας δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα άτομο που βρίσκεται στην όψιμη εφηβεία (17 έως 19 ετών) το οποίο έχει σεξουαλική σχέση με ένα άτομο 12 ή 13 ετών.

Το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδόφιλου

Οι παιδόφιλοι φαίνεται να έχουν ναρκισσιστικά και αντικοινωνικά (ψυχοπαθητικά) χαρακτηριστικά. Δεν έχουν ενσυναίσθηση (δηλ. ικανότητα να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να κατανοούν πώς νιώθει, πώς σκέπτεται κ.ο.κ.) για τα θύματά τους, ούτε μετανοούν για τις πράξεις τους.

Η παιδοφιλία είναι στην ουσία αυτοερωτική, αν λάβουμε υπόψη ότι ο παιδόφιλος χρησιμοποιεί τα σώματα των παιδιών για να αυνανιστεί. Έτσι εξηγείται η επιτυχία του διαδικτύου στον κύκλο των παιδόφιλων: προσφέρει εξαϋλωμένο, ανώνυμο, αυνανιστικό σεξ. Τα παιδιά στο διαδίκτυο είναι απλά αναπαραστάσεις – συχνά τίποτα παραπάνω από ερωτικές φωτογραφίες και ονόματα οθονών.

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι οι παιδόφιλοι δεν δελεάζονται από τα παιδιά αυτά καθαυτά, από το σώμα τους ή από την εκκολαπτόμενη σεξουαλικότητά τους. Αντίθετα, οι παιδόφιλοι έλκονται απ’ αυτό που συμβολίζουν τα παιδιά, απ’ αυτό που αντιπροσωπεύουν και εκπροσωπούν. Σε παλαιότερες εποχές, οι γυναίκες αποτελούσαν (σεξουαλικό) σύμβολο της παιδικότητας. Με την εμφάνιση όμως του φεμινισμού και της ισότητας των δύο φύλων, οι γυναίκες έχασαν τον παραδοσιακό τους ρόλο ως κοινωνικώς αποδεκτά και επιτρεπτά σεξουαλικά «παιδικά υποκατάστατα». Ίσως αυτή η κοινωνική αναστάτωση να έχει σχέση με την αύξηση της παιδοφιλίας παγκοσμίως.



Το σεξ με παιδιά είναι ελεύθερο και ριψοκίνδυνο

Η σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά υποδηλώνει ελευθερία δράσης με ατιμωρησία. Αυξάνει στον παιδόφιλο τη μαγική αίσθηση του άτρωτου και της παντοδυναμίας. Αψηφώντας την εξουσία της πολιτείας και τους κανόνες που υπαγορεύει το κοινωνικό και πολιτιστικό του περιβάλλον, ο παιδόφιλος βιώνει μια υπερέκκριση αδρεναλίνης στην οποία εθίζεται σταδιακά. Το παράνομο, απαγορευμένο σεξ καθίσταται διέξοδος για την επιτακτική του ανάγκη να ζει ριψοκίνδυνα και απερίσκεπτα.

Ο παιδόφιλος είναι σε μια διαδικασία επανάκτησης του ελέγχου πάνω στη ζωή του. Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η παιδοφιλία σχετίζεται με εκφυλιστικές καταστάσεις (πολέμους, λιμούς, επιδημίες) και με κρίσιμες φάσεις ζωής (αποτυχία, απιστία του συζύγου, διαζύγιο, ανεργία, χρεοκοπία, ασθένεια, θάνατο αγαπημένου ατόμου). Είναι πιθανό – αν και δεν τεκμηριώνεται μέχρι στιγμής από την έρευνα – ότι ο χαρακτηριστικός τύπος παιδόφιλου είναι καταθλιπτικός και με οριακή προσωπικότητα (δηλ. με μεγάλη αστάθεια σε διάφορους τομείς της ζωής του, π.χ. στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην εικόνα του εαυτού, στη συναισθηματική διάθεση και με έντονη παρορμητικότητα). Οι παιδόφιλοι είναι παράτολμοι και συναισθηματικά ευμετάβλητοι. Η αίσθηση της προσωπικής τους αξίας είναι ασταθής και ακανόνιστη. Είναι πιθανό να υποφέρουν από άγχος εγκατάλειψης. Παραδόξως, είναι ακριβώς μέσω της φαινομενικής απώλειας ελέγχου σε έναν τομέα της ζωής του (το σεξ) που ο παιδόφιλος επανακτά μια αίσθηση κυριαρχίας, ελέγχου. Ο ίδιος μηχανισμός λειτουργεί και στην περίπτωση των διαταραχών διατροφής: ένα απαγορευτικό ελάττωμα εκλαμβάνεται κατά περίεργο τρόπο ως παντοδυναμία.

Το σεξ με παιδιά είναι ανήθικο και διεφθαρμένο

Ο παιδόφιλος συχνά «προβάλλει» πλευρές του εαυτού του στα παιδιά με τα οποία σχετίζεται και τα κάνει να φέρονται σύμφωνα μ’ αυτές τις προβολές. Δηλαδή, τους αποδίδει χαρακτηριστικά και συμπεριφορές που στην πραγματικότητα ανήκουν στον ίδιο και τα εξωθεί να του φέρονται με τον τρόπο που εκείνος βλέπει τον εαυτό του.

Ο ίδιος γνωρίζει ότι η κοινωνία θεωρεί τις πράξεις του χυδαίες, ανήθικες, απαγορευμένες και διεφθαρμένες, ιδιαίτερα αν εμπεριέχουν αιμομιξία. Αντλεί ευχαρίστηση από την αθλιότητα των επιδιώξεών του γιατί επιβεβαιώνει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του ως «κακού», «αποτυχημένου», «που αξίζει να τιμωρηθεί» και «ένοχου».

Σε ακραίες περιπτώσεις, ο παιδόφιλος προβάλλει αυτά τα οδυνηρά συναισθήματα και τις αντιλήψεις που έχει για το εαυτό του, πάνω στα θύματά του. Έτσι, τα παιδιά που κακοποιούνται από τις σεξουαλικές του πράξεις γίνονται «διεφθαρμένα», «κακά αντικείμενα», ένοχα, και άξια τιμωρίας. Κάτι τέτοιο οδηγεί στο σεξουαλικό σαδισμό, στο βιασμό και στις ανθρωποκτονίες τύπου snuff (σεξουαλικός σαδισμός μέχρι θανάτου).

 


Το σεξ με παιδιά είναι μια αναπαράσταση ενός οδυνηρού παρελθόντος

Πολλοί παιδόφιλοι πραγματικά δένονται συναισθηματικά με το θύμα τους. Γι’ αυτούς τα παιδιά είναι η προσωποποίηση της αθωότητας, της αυθεντικότητας, της εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης – ποιότητες που ο παιδόφιλος επιθυμεί νοσταλγικά να επανακτήσει.

Η σχέση με το παιδί παρέχει στον παιδόφιλο ένα ασφαλές πέρασμα στο δικό του καταπιεσμένο και φοβισμένο εσωτερικό παιδί. Μέσα απ’ το θύμα του, ο παιδόφιλος αποκτά πρόσβαση στα απωθημένα και ματαιωμένα συναισθήματά του. Είναι μια ψευδαίσθηση δεύτερης ευκαιρίας να ξαναζήσει την παιδική του ηλικία, αυτή τη φορά με ευχάριστο τρόπο. Το όνειρο του παιδόφιλου να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του πραγματοποιείται μετατρέποντας την αλληλεπίδραση με το παιδί σε μια εξάσκηση στην εκπλήρωση επιθυμιών.

Το σεξ με παιδιά είναι μια «αμοιβαία» ψύχωση

Ο παιδόφιλος μεταχειρίζεται το παιδί που έχει επιλέξει, ως ένα αντικείμενο, μια προέκταση του εαυτού του, χωρίς ξεχωριστή ύπαρξη και χωρίς ξεχωριστές ανάγκες. Ικανοποιείται από την υποχωρητικότητα και ευπιστία του παιδιού. Δυσανασχετεί με οποιαδήποτε ένδειξη προσωπικής αυτονομίας και τη θεωρεί απειλή. Με εκφοβισμό, καλόπιασμα, άσκηση γοητείας και ψεύτικες υποσχέσεις, απομονώνει το θύμα του από την οικογένεια, το σχολείο, τους φίλους και την υπόλοιπη κοινωνία και έτσι κάνει το παιδί να εξαρτάται απόλυτα απ’ αυτόν.

Για τον παιδόφιλο, το παιδί είναι ένα μεταβατικό αντικείμενο, ένα «γήπεδο προπόνησης» πάνω στο οποίο εξασκεί τις διαπροσωπικές του ικανότητες ως ενήλικας. Πιστεύει (εσφαλμένα) ότι το παιδί ποτέ δεν θα τον προδώσει, ούτε θα τον εγκαταλείψει, οπότε εξασφαλίζει τη «σταθερότητα του αντικειμένου». (Η «σταθερότητα του αντικειμένου» είναι η σιγουριά που θέλει να νιώθει το μικρό παιδί για την αγάπη και τη φροντίδα της μητέρας του, η οποία αποτελεί απαραίτητη βάση για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας).

 


Ο παιδόφιλος εκμεταλλεύεται τα τρωτά σημεία στη ψυχοσύνθεση του θύματός του. Το παιδί μπορεί να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, ασταθή αίσθηση προσωπικής αξίας, πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας, φοβίες, ψυχική ασθένεια, αναπηρία, ιστορικό αποτυχιών, κακές σχέσεις με τους γονείς, τ’ αδέρφια, τους δασκάλους ή τους συνομηλίκους, ή μια τάση να κατηγορεί τον εαυτό του ή να αισθάνεται ανεπαρκής. Μπορεί να προέρχεται από ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο του έχει δημιουργήσει την τάση να αναμένει την κακοποίηση ως κάτι αναπόφευκτο και «φυσιολογικό». Σε ακραίες και σπάνιες περιπτώσεις, το θύμα είναι μαζοχιστής που διακατέχεται από μια παρόρμηση να επιζητά την κακομεταχείριση και τον πόνο.

Ο παιδόφιλος απαιτεί απόλυτη υπακοή από το θύμα του και επιβάλλει πειθαρχία. Τιμωρεί κάθε παρέκκλιση και κάθε προσπάθεια αυτονόμησης.

Το παιδί βρίσκεται στη ζώνη του λυκόφωτος. Ο παιδόφιλος το καθιστά συμμέτοχο στη δική του ψύχωση, η οποία είναι γεμάτη από διωκτικές πλάνες, εχθρούς, μυθικές αφηγήσεις και από δυσοίωνα σενάρια αποκάλυψης. Το παιδί καθίσταται ο αλληλέγγυος φύλακας ενός φρικτού μυστικού.

Ο θύτης κατασκευάζει έναν φανταστικό κόσμο που κατοικείται από τον εαυτό του και το θύμα και περιστοιχίζεται από φανταστικούς εχθρούς. Αναθέτει στο θύμα το ρόλο της υπεράσπισης αυτού του πλαστού κόσμου. Το θύμα πρέπει να ορκιστεί σε εχεμύθεια, να σταθεί δίπλα στον θύτη του ότι κι αν συμβεί, να πει ψέματα, να παλέψει, να προσποιηθεί και να κάτι οτιδήποτε άλλο χρειάζεται ώστε να προστατέψει αυτή την όαση ανοησίας. Η συμμετοχή στο βασίλειο του θύτη παρουσιάζεται ως πλεονέκτημα και ως έπαθλο, που δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Το θύμα πρέπει να εργαστεί σκληρά για να κερδίσει τη διατήρηση της ιδιότητας του μέλους και συνεχώς δοκιμάζεται και αξιολογείται. Αναπόφευκτα, αυτό το συνεχές στρες μειώνει την αντίσταση του θύματος και την ικανότητά του να βλέπει καθαρά.

Ο έλεγχος που ασκεί ο παιδόφιλος βασίζεται στην αμφιβολία, στην ασάφεια, στην απρόβλεπτη συμπεριφορά και στην δημιουργία ατμόσφαιρας κακοποίησης δηλ. στην καλλιέργεια, στην αναπαραγωγή και στην εξάπλωση μιας ατμόσφαιρας φόβου, τρομοκράτησης, αστάθειας, μιας αίσθησης απρόβλεπτου και εκνευρισμού. Μπορεί να μην υπάρχουν σαφείς πράξεις κακοποίησης αλλά υπάρχει μια δυσάρεστη αίσθηση, ένα κακό προαίσθημα.

Ο παιδόφιλος λειτουργεί με έναν πατροναριστικό και συγκαταβατικό τρόπο και κριτικάρει συχνά. Εναλλάσσει τη συμπεριφορά του μεταξύ της υποτίμησης (τονίζοντας τα πιο ασήμαντα ελαττώματα) και της εξιδανίκευσης (μεγαλοποιώντας την εμφάνιση, τα ταλέντα, τα γνωρίσματα) του παιδιού.

Οι περισσότεροι παιδόφιλοι έχουν κάποια νοητική στέρηση και παρερμηνεύουν την πραγματικότητα προκειμένου να προσαρμοστεί στις φαντασίες τους. Σε ακραίες περιπτώσεις, ο παιδόφιλος πιστεύει ότι είναι «πάνω από το νόμο». Αυτή η υπεροπτική πεποίθηση οδηγεί σε εγκληματικές πράξεις, αιμομικτικές ή πολυγαμικές σχέσεις και συνεχείς διενέξεις με τις αρχές.



Για τον παιδόφιλο, το σεξ με παιδιά, ενισχύει το «εγώ» του.

Τα παιδιά είναι εξ ορισμού «κατώτερα». Είναι πιο αδύναμα σωματικά, εξαρτώνται από τους άλλους για την ικανοποίηση των περισσότερων αναγκών τους, είναι νοητικά και συναισθηματικά ανώριμα και επιδεκτικά στην χειριστικότητα. Οι γνώσεις τους και οι δεξιότητές τους είναι περιορισμένες. Οι σχέσεις του παιδόφιλου με παιδιά, ενισχύουν τις πομπώδεις αυταπάτες της παντοδυναμίας και της παντογνωσίας. Σε σύγκριση με τα θύματά του, ο παιδόφιλος είναι πάντα ο πιο δυνατός, ο πιο σοφός, ο πιο επιδέξιος και ο καλύτερα πληροφορημένος.

Το σεξ με παιδιά εγγυάται συντροφικότητα.

Αναπόφευκτα, ο παιδόφιλος θεωρεί ότι τα θύματά του είναι οι καλύτεροι του φίλοι και σύντροφοι. Οι παιδόφιλοι είναι μοναχικοί, ερωτομανείς άνθρωποι.

Ο παιδόφιλος πιστεύει ότι είναι ερωτευμένος (ή ότι απλά αγαπάει) το παιδί. Το σεξ είναι απλά ένας τρόπος να επικοινωνήσει τη στοργή και τη φροντίδα του.

Για να δείξει το έντονο ενδιαφέρον του, ο συνήθης παιδόφιλος τηλεφωνεί συνεχώς στο παιδί, περνάει από το σπίτι του, του στέλνει ηλεκτρονικά μηνύματα, του δίνει δώρα, προσφέρει τις υπηρεσίες του, κάνει διάφορα θελήματα για λογαριασμό του παιδιού, δημιουργεί σχέσεις με τους γονείς του, τους φίλους του, τους δασκάλους και τους συνομηλίκους του και γενικά γίνεται διαθέσιμος συνεχώς. Αισθάνεται ελεύθερος να παίρνει νομικές, οικονομικές και συναισθηματικές αποφάσεις για λογαριασμό του παιδιού.

Ο παιδόφιλος παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή του θύματος, δεν σέβεται τις επιθυμίες του και τα προσωπικά του όρια, αγνοεί τα αισθήματά του, τις ανάγκες του και τις προτιμήσεις του. Για τον παιδόφιλο, αγάπη σημαίνει συγχώνευση και προσκόλληση σε συνδυασμό με ένα σφοδρό άγχος αποχωρισμού (φόβο ότι θα εγκαταλειφθεί).

 

Επιπλέον, τίποτα δεν είναι ικανό να πείσει τον παιδόφιλο ότι το παιδί δεν είναι πλέον ερωτευμένο μαζί του – ούτε η άρνηση, ούτε οι απειλές, ο ξυλοδαρμός ή άλλες επιθετικές πράξεις. Εκείνος ξέρει καλύτερα και θα κάνει και τους άλλους να το δουν. Το παιδί και οι κηδεμόνες του απλά δεν γνωρίζουν τι είναι καλό για το παιδί. Ο παιδόφιλος θεωρεί καθήκον του να δώσει ζωντάνια και ευτυχία στην θλιβερή ζωή του παιδιού. Έτσι, παρά τις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο, ο παιδόφιλος είναι πεπεισμένος ότι τα συναισθήματά του είναι αμοιβαία – ότι δηλαδή το παιδί είναι εξίσου ξετρελαμένο μαζί του. Ερμηνεύει όλα όσα κάνει το παιδί (ή αποφεύγει να κάνει), ως κωδικοποιημένα μηνύματα που εκφράζουν το ενδιαφέρον του παιδιού και την αιώνια αφοσίωσή του στον παιδόφιλο και στη «σχέση» τους.

Κάποιοι παιδόφιλοι είναι αδέξιοι κοινωνικά, δύστροποι, σχιζοειδείς (δηλ. είναι πολύ αποστασιοποιημένοι από κοινωνικές σχέσεις και έχουν μεγάλη δυσκολία στην έκφραση συναισθημάτων) και υποφέρουν από διάφορες διαταραχές της διάθεσης και αγχώδεις διαταραχές.

Οι παιδόφιλοι αντιδρούν άσχημα σε οποιαδήποτε απόρριψη από τα θύματά τους. Γίνονται πολύ εκδικητικοί ώστε να καταστρέψουν την αιτία της ματαίωσης των σχεδίων τους. Όταν η «σχέση» φανεί καταδικασμένη, κάποιοι παιδόφιλοι οδηγούνται σε μια μανία αυτοκαταστροφής.

Θεραπευτική αντιμετώπιση της παιδοφιλίας

Ένα πρόβλημα που περιπλέκει τη θεραπευτική αντιμετώπιση της παιδοφιλίας, είναι ότι πολλοί παιδόφιλοι και γενικά άτομα με παραφιλίες, δεν θεωρούν ότι είναι άρρωστα και προσέρχονται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας μόνο όταν η συμπεριφορά τους τα φέρει σε σύγκρουση με το οικογενειακό περιβάλλον ή με το νόμο. Πρέπει να τονίσουμε ότι μια βασική παράμετρος στην αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε θεραπευτικής προσέγγισης είναι η επιθυμία του ίδιου του ατόμου να αλλάξει τη συμπεριφορά του και να συνεργαστεί με τον ειδικό. Ας δούμε τις διάφορες θεραπευτικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται.

Η παιδοφιλία, όπως και οι άλλες μορφές παραφιλίας, θεωρούνται ότι οφείλονται κατά κύριο λόγο σε ψυχολογικούς παράγοντες και ότι προέρχονται από εμπειρίες της παιδικής ηλικίας. Οπότε, η βασική μέθοδος αντιμετώπισης αυτών των διαταραχών είναι η ψυχοθεραπεία. Ένας από τους στόχους της θεραπείας είναι να έρθουν στην επιφάνεια και να επιλυθούν άλυτες ψυχικές συγκρούσεις της παιδικής ηλικίας οι οποίες μπορεί να ευθύνονται για την σεξουαλική παρέκκλιση. Η θεραπεία θα βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει τα συναισθήματα και τις φαντασιώσεις που τον παρακινούν στη συγκεκριμένη σεξουαλική συμπεριφορά. Θα τον βοηθήσει να αναγνωρίσει και να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του, παύοντας να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του ως επιθυμητή ή ακόμη και προκαλούμενη από τα παιδιά-θύματα (π.χ. ο παιδόφιλος τείνει να εκλαμβάνει λαθεμένα την υποτακτικότητα ενός παιδιού ως έκφραση επιθυμίας από μέρους του). Θα τον βοηθήσει ακόμη να αποκτήσει πιο παραδεκτούς τρόπους σεξουαλικής ικανοποίησης και να ελέγξει το βαθμό που η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά του παρεμβαίνει στην κοινωνική και επαγγελματική του ζωή.

 


Μια μέθοδος που έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για το έλεγχο της παραφιλικής συμπεριφοράς είναι η λεγόμενη θεραπεία της συμπεριφοράς, που αποσκοπεί στην «επανεκπαίδευση» του ατόμου ώστε αφενός να μειωθούν οι παραφιλικοί τρόποι σεξουαλικής διέγερσης του ατόμου και αφετέρου να δημιουργείται σεξουαλική διέγερση στο άτομο από μη παραφιλικές φαντασιώσεις. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική μέχρι σήμερα.

Η παιδοφιλία μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή. Για παράδειγμα, σε άντρες που εμπλέκονται με καταναγκαστικό τρόπο σε σεξουαλικές επιθέσεις, χρησιμοποιούνται αντιανδρογόνα, όπως η μεδροξυπρογεστερόνη (Provera), τα οποία μειώνουν τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα. Έτσι ελαττώνονται οι σεξουαλικές τους δραστηριότητες και γίνονται λιγότερο επικίνδυνοι. Τα αντιανδρογόνα έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικά στην μείωση του ποσοστού υποτροπής.

Επιπτώσεις στα παιδιά-θύματα

Παρόλο που μπορεί ν’ ακούγεται φρικτό, για τα μικρά παιδιά η εμπειρία μπορεί να είναι ευχάριστη. Αργότερα, όταν ωριμάσουν σεξουαλικά, αυτά τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι αυτό που τους συνέβη ήταν κακό και αρχίζουν να έχουν προβλήματα. Σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχουν κάποιες βλαβερές συνέπειες, παρόλο που τα προβλήματα μπορεί να φανούν αρκετά χρόνια μετά την κακοποίηση.

Τα κακοποιημένα παιδιά πληγώνονται με διάφορους τρόπους, ανάλογα με το αν ο θύτης ήταν κάποιος άγνωστος ή ένα αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή του παιδιού όπως π.χ. ο γονέας. Στην περίπτωση που ο θύτης είναι ο γονιός του παιδιού, το παιδί παθαίνει μεγάλη σύγχυση. Τα παιδιά που έχουν παρενοχλεί σεξουαλικά από αγαπημένα τους πρόσωπα, συχνά αισθάνονται τρομερή ενοχή αν καταγγείλουν το γεγονός στις αρχές. Όταν η κακοποίηση συμβαίνει μέσα στην οικογένεια, το παιδί παγιδεύεται. Επειδή η κακοποίηση εξακολουθεί για αρκετό καιρό, το παιδί το αποδέχεται ως κανόνα, και γίνεται ζήτημα ισορροπίας μέσα στην οικογένεια. Μόλις το παιδί συνειδητοποιήσει ότι η σεξουαλική σχέση είναι κακή και το πει σε κάποιον, αυτόματα διαταράσσεται η ισορροπία.

Μακροπρόθεσμα, η σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε κάποια μορφή ψυχικού προβλήματος π.χ. κατάθλιψη, αλκοολισμό, χρήση ουσιών, αγχώδεις διαταραχές. Κάποια κακοποιημένα παιδιά μπορεί να γίνουν κι αυτά παιδόφιλοι όταν μεγαλώσουν. Άμεσα, τα κακοποιημένα παιδιά μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα ύπνου και διατροφής. Μπορεί να παλινδρομήσουν στο πιπίλισμα του αντίχειρα και στη νυχτερινή ενούρηση.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, υπάρχουν κάποια αρκετά σαφή σημάδια σεξουαλικής κακοποίησης στα παιδιά: τα κακοποιημένα παιδιά μπορεί να γνωρίζουν περισσότερα πράγματα γύρω από το σεξ, απ’ ότι τους έχετε μάθει ή μπορεί να έχουν ένα ανάρμοστο ενδιαφέρον για το σεξ σε σχέση με την ηλικία τους (ωστόσο, ο πειραματισμός με τον αυνανισμό είναι φυσιολογικός).

Αν το παιδί σας πει ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά – ίσως όχι ακριβώς μ’ αυτά τα λόγια – τότε αυτό είναι το πιο ξεκάθαρο σημάδι. Τα παιδιά σπάνια λένε ψέματα για κάτι τέτοιο.



Πρόληψη

Η κύρια μέθοδος πρόληψης της παιδοφιλίας είναι η αποφυγή καταστάσεων που μπορεί να ευνοούν παιδοφιλικές συμπεριφορές.

Τα παιδιά γενικά δεν θα πρέπει να αφήνονται μόνα τους με αγνώστους. Είναι προτιμότερο οι γονείς να επιβλέπουν τις συναναστροφές των παιδιών χωρίς βέβαια να τα τρομοκρατούν. Τα άτομα που φροντίζουν ή φυλάσσουν το παιδί, κατά την απουσία των γονέων θα πρέπει να είναι αξιόπιστα.

Χρειάζεται εκπαίδευση ώστε τα παιδιά να μάθουν να αποφεύγουν καταστάσεις που τα κάνουν ευάλωτα σε παιδόφιλους. Πρέπει να μάθουν να προστατεύονται όταν αντιμετωπίζουν μια δυσάρεστη κατάσταση – να βάζουν τις φωνές, να τρέχουν και να ζητάνε βοήθεια. Επίσης οι ενήλικοι που εργάζονται με νέους χρειάζεται να μάθουν να αποφεύγουν καταστάσεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετούν παιδοφιλικούς σκοπούς.

Τα περισσότερα παιδιά που παρενοχλούνται σεξουαλικά γνωρίζουν το θύτη, οπότε δεν αρκεί η σύσταση των γονέων προς τα παιδιά τους να μην εμπιστεύονται αγνώστους. Θα πρέπει να πείτε στο παιδί ότι κανένας ενήλικας δεν θα πρέπει να τα αγγίζει ή να τους ζητάει να τον αγγίξουν, με οποιονδήποτε τρόπο που τα φέρνει σε αμηχανία, τα αναστατώνει ή τα τρομάζει. Μάθετε στα παιδιά να λένε «όχι» σε ανάλογες περιπτώσεις και να σας το αναφέρουν αμέσως εάν τους συμβεί κάτι τέτοιο. Επίσης πρέπει να τους μάθετε ότι κανένας ενήλικας δεν θα πρέπει ποτέ να τους ζητήσει να κρατήσουν μυστικό ένα άγγιγμα ή ένα φιλί.

Συχνά οι παιδόφιλοι επιλέγουν μονογονεϊκές οικογένειες, όπου οι μητέρες μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευγνώμονες για την προσφερόμενη βοήθεια στη φύλαξη του παιδιού τους. Γενικά, θα πρέπει να είστε καχύποπτοι με κάποιον που δείχνει υπερβολικό ενδιαφέρον για τα παιδιά σας, ιδιαίτερα αν επιδιώκει να βρίσκεται μόνος μαζί τους.

Για να προστατέψετε τα παιδιά από το ενδεχόμενο απαγωγής, μπορείτε να τους πείτε να μην πλησιάζουν ποτέ σ’ ένα αυτοκίνητο, αν κάποιος οδηγός σταματήσει και τους ζητήσει οδηγίες.

 


Επειδή οι παιδόφιλοι δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο, είναι σκόπιμο να επιβλέπετε τι κάνουν τα παιδιά σας στον υπολογιστή τους. Πείτε τους να μην συναντιούνται ποτέ κατ’ ιδίαν με οποιονδήποτε έχουν γνωρίσει μέσω του διαδικτύου και να μη δίνουν προσωπικές πληροφορίες, όπως το που κατοικούν.

Επίσης τα παιδιά θα πρέπει να γνωρίζουν τι να κάνουν αν χαθούν. Μπορείτε να τους δώσετε μια προπληρωμένη τηλεφωνική κάρτα για να τη χρησιμοποιήσουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Χρειάζεται να απομνημονεύσουν τον αριθμό τηλεφώνου και τη διεύθυνσή σας. Πείτε τους να καλέσουν την αστυνομία αν δεν μπορούν να σας βρουν και να μη δέχονται ποτέ να τους μεταφέρει κάποιος άγνωστος. Αν σας περιμένουν κάπου για να τα παραλάβετε, πείτε τους να περιμένουν μέσα σ’ ένα μαγαζί ή σ’ ένα εστιατόριο – κάπου όπου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω.

Για παιδιά που έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά, είναι σκόπιμο οι γονείς να απευθύνονται σε ειδικούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας, προκειμένου να επιλυθούν οποιαδήποτε συναισθηματικά προβλήματα έχουν δημιουργηθεί στο παιδί και να προστατευτεί η ψυχική του υγεία.

 

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr