Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Top

Πως δημιουργείται το τραύμα πρόσδεσης

Ο Daniel J. Siegel (1999) επισημαίνει πως το μωρό όταν γεννιέται, βασίζεται κυρίως στην απτική και στην επικεντρωμένη-στο-σώμα αλληλεπίδραση και επικοινωνία και με την πάροδο του χρόνου είναι σε θέση να αλληλεπιδρά με ακουστικά, λεκτικά και οπτικά ερεθίσματα και η επικοινωνία γίνεται διαθέσιμη και ενσωματώνεται στην επίγνωση και στην εμπειρία.

Το μωρό αναπτύσσει τη δική του αίσθηση του εαυτού μέσα από την προσεκτική και ήρεμη προσοχή και διέγερση από τη μητέρα –απτική, ακουστική, λεκτική, οπτική- από επαναλαμβανόμενες και σταθερές εμπειρίες που επιτρέπουν στο μωρό να αισθάνεται και να κατανοεί την επαφή και το νόημά της.

Σύμφωνα με την Pat Ogden (2006), όταν συμβαίνει αυτό, εδραιώνεται και υποστηρίζεται προσαρμοστικά η κοινωνική εμπλοκή, η ασφαλής πρόσδεση και οι ρυθμιστικές ικανότητες του παιδιού. Αν ωστόσο το παιδί βιώσει κάποια μορφή μεμονωμένου τραύματος ή εγκατάλειψη, επαναλαμβανόμενη αμέλεια ή κακοποίηση σε αυτό το πρώιμο στάδιο, το διαπροσωπικό τραύμα δεν είναι μόνο μια απειλή για τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα και διαμόρφωση του παιδιού αλλά και μια αποτυχία του συστήματος κοινωνικής εμπλοκής. Αυτό αν και μπορεί να μην έγινε σκόπιμα, δημιουργεί ωστόσο σοκ και τραύμα στο παιδί.

Εάν υπάρχουν αρκετά προβλήματα, παραμέληση ή αδιαφορία από την πλευρά του γονέα στην υποστήριξη του παιδιού του σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, η αποτυχία της σχέσης πρόσδεσης θα υπονομεύσει την ικανότητα του παιδιού να ανακάμψει και να ανασυνταχθεί, να νιώσει καθησυχασμό ή ακόμα και ασφάλεια και πάλι με το γονέα ή άλλα άτομα. Η ευκαιρία του παιδιού να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά την κοινωνική εμπλοκή για φροντίδα, επιβίωση και προστασία θα έχει παρακαμφθεί και το μωρό θα βιώσει συντριπτική διέγερση χωρίς τη διαθεσιμότητα της παρηγοριάς ή επανόρθωσης μέσω της σχέσης πρόσδεσης. Αυτή είναι η βάση για το τραύμα πρόσδεσης.

Σύμφωνα με τον Steven Biddulph (2007), τη σημερινή εποχή αυτό το αποτέλεσμα δημιουργείται από το γεγονός ότι οι γονείς τοποθετούν τα μωρά πρόωρα σε κέντρα ημερήσιας φροντίδας. Μελέτες που έγιναν στις χώρες της ευρωπαϊκής οικονομικής κοινότητας δείχνουν ότι τα παιδιά που τοποθετήθηκαν σε ημερήσια φροντίδα πριν από την ηλικία των 3 ετών, παρουσίασαν συμπτώματα τραύματος από την απώλεια της γονικής επαφής και την υπερδιέγερση των συστημάτων κοινωνικής εμπλοκής τους σε ξένα περιβάλλοντα. Αυτά τα παιδιά στη συνέχεια, είχαν μια αυξημένη παρουσία κορτιζόλης στο αίμα τους, που είναι ένας δείκτης ότι το άτομο ζει στην κατάσταση «μάχης ή φυγής».

Η κορτιζόλη είναι ένας βασικός νευροδιαβιβαστής που όταν τα επίπεδά του είναι αυξημένα στο αίμα, δείχνει την παρουσία τραύματος που παρατείνεται. Η πολιτική της ΕΟΚ για την φροντίδα των παιδιών πλέον δεν συνιστά την τοποθέτηση των παιδιών σε ημερήσια φροντίδα πριν από την ηλικία των 3 ετών.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι η γονεϊκή πρακτική του να αφήνεις το μωρό να κλαίει χωρίς να ανταποκρίνεσαι, δημιουργεί επίσης την ίδια μορφή τραύματος. Το επιθυμητό αποτέλεσμα για τον γονέα σε αυτή την περίπτωση, είναι το μωρό να κοιμηθεί μετά από τόσο κλάμα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό επιτυγχάνεται μέσω της παρέμβασης ενός πρωτόγονου ραχιαίου πνευμονογαστρικού συστήματος από τον εγκέφαλο που βάζει το μωρό να κοιμηθεί για να ελαχιστοποιηθεί ο αντίκτυπος του τραύματος που βιώνει το παιδί καθώς κλαίει και το σύστημα κοινωνικής εμπλοκής του δεν λειτουργεί εκείνη την ώρα για να αφυπνίσει το γονέα για την αγωνία του.

Όπως αναφέρει η Ogden (2006), η ίδια διαταραγμένη έκβαση όπου το μωρό δεν νιώθει πλέον καθησυχασμό ή ασφάλεια ξανά και γίνεται ανήσυχο και στερημένο, είναι ένα σύνηθες αποτέλεσμα από αυτή την κοινωνική πρακτική, καθώς και για κάθε άλλο είδος διαταραγμένης κοινωνικής εμπλοκής ή τραύματος. Ως αποτέλεσμα, επισημαίνει ο Siegel (1999) και η Ogden (2006), το μωρό εξελίσσεται σε ένα νήπιο που δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μια αίσθηση ενότητας και συνέχειας του εαυτού σε όλο το φάσμα παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος ή στη σχέση του εαυτού με τους άλλους. Η διαταραχή αυτή εκδηλώνεται στη συναισθηματική αστάθεια, στην κοινωνική δυσλειτουργία, στην ανεπαρκή ανταπόκριση στο στρες, στη γνωστική αποδιοργάνωση και αποπροσανατολισμό.

Στη Σωματική ψυχοθεραπεία βλέπουμε πώς τέτοια τραύματα της βρεφικής/νηπιακής ηλικίας διαμορφώνουν κυριολεκτικά το σώμα και την προσωπικότητα ενός ατόμου γεμάτου από τρόμο, ανήσυχου και αποδιοργανωμένου (βλ. Σχιζοειδής χαρακτήρας).

Όπως λέει ο Siegel (1999), η μητέρα είναι το πρωτεύον αντικείμενο παροχής φροντίδας στον κόσμο του μωρού και του μετέπειτα νηπίου. Η μητέρα σύμφωνα με την Ogden (2006) και τον Shore (1994), ρυθμίζει τη διέγερση του παιδιού της ηρεμώντας το όταν η διέγερση είναι πολύ υψηλή και προκαλώντας ερεθίσματα όταν η διέγερση είναι πολύ χαμηλή. Έτσι βοηθά το παιδί να παραμείνει σε μια βέλτιστη κατάσταση του εαυτού.

Μόνο η εναρμονισμένη παρουσία του φροντιστή (συνήθως της μητέρας) μπορεί να επανορθώσει ρήγματα στην εμπιστοσύνη του βρέφους που οφείλονται στην αποτυχία του συστήματος κοινωνικής τους εμπλοκής.

Ο Siegel (1999) αναφέρει ότι αυτό επιτυγχάνεται με τη σωματική επαφή, την φροντίδα, το άγγιγμα, τους ήχους, τα βλέμματα και τα συναισθήματα από το γονιό προς το παιδί. Ένας γονέας μη διαθέσιμος συναισθηματικά, απών, μεθυσμένος, υπό την επήρεια ναρκωτικών, θυμωμένος, σε κατάθλιψη, άρρωστος ή που είναι απορροφημένος στον εαυτό του για οποιοδήποτε λόγο, όχι μόνο δεν θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη αλλά μάλλον θα βαθύνει το τραύμα και το ρήγμα της εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τον Alexander Lowen (1996), τα ρήγματα της εμπιστοσύνης είναι καταστάσεις ζωής ή θανάτου για το εντελώς ευάλωτο βρέφος και έτσι θα αντιμετωπιστούν από αυτό. Η εγκατάλειψη είναι ένας τρόμος που μοιάζει με θάνατο για το βρέφος.

Όπως επισημαίνει ο Donald Winnicott (1990), ο γονιός έχει την πρωταρχική ευθύνη να δημιουργήσει ένα ασφαλές φυσικό και συναισθηματικό περιβάλλον για το παιδί του και μέσα σ’ αυτό να είναι σε θέση να «εμπεριέξει» το βρέφος ώστε να του παρέχει ένα ψυχολογικό περιβάλλον που να προάγει τις αυτορρυθμιστικές ικανότητές του.

Αυτό δεν μπορεί να υποκατασταθεί από αγνώστους ή ξένα περιβάλλοντα, όπως τα Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας. Η εξέλιξή μας δεν μας δίνει τα μέσα για να αντιμετωπίσουμε ένα ξένο περιβάλλον χωρίς την παρουσία της μητέρας που επιβεβαιώνει τη ζωή. Σύμφωνα με τον Winnicott (1990), ο γονέας πρέπει να αγκαλιάζει και να εμπεριέχει το παιδί και κυριολεκτικά αλλά και συναισθηματικά, καθώς αυτό εκφράζει τον εαυτό του μέσω των περιορισμένων ικανοτήτων του. Η μητέρα πρέπει να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτές ό,που γίνεται, μέσα από τη φωνή, το άγγιγμα, την αγάπη και το βλέμμα. Ένας ξένος θα δημιουργήσει διέγερση και δυσφορία στο παιδί κατά την απουσία της μητέρας.

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr

*Πηγές

Biddulph S. (2007), Raising Babies, Finch Publications, Sydney.

Lowen A. (1996), Language of the Body, MacMillan, New York.

Ogden Pat, Minton Kekuni, Pain Clare (2006), Trauma and the Body: A Sensorimotor Approach to Psychotherapy, W. W. Norton & Company.

Schore, A.N. (2001), The effects of a secure attachment relationship on right brain development, affect regulation, and infant mental health, Infant Mental Health Journal, 22, 7-66.

Siegel, D. (1999), The developing mind, New York: Guilford Press.

Winnicott D.W. (2005), Playing and Reality, Tavistock Publishing, London.