Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Σκλήρυνση κατα πλάκας - αναλυτικά

σκλήρυνση κατά πλάκαςΤι είναι η κατά πλάκας σκλήρυνση

Η κατά πλάκας σκλήρυνση (ΚΠΣ), είναι μια χρόνια ασθένεια του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), το οποίο αποτελείται από τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Δεν είναι μεταδοτική ούτε κληρονομική. Επίσης, δεν είναι ψυχιατρική διαταραχή. Τα συμπτώματά της αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά το 1868 από τον Γάλλο νευρολόγο Charcot.

Συμπεριφέρεται ως αυτοάνοση πάθηση. Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται όταν το σώμα δεν αναγνωρίζει κάποιους ιστούς για δικούς του και τους επιτίθεται προκαλώντας τους βλάβη.

Συγκεκριμένα στην ΚΠΣ, για λόγους που η ιατρική δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως, το ανοσοποιητικό σύστημα καταπολεμά την μυελίνη που περιβάλλει τους νευράξονες (άξονες των νευρικών κυττάρων μέσω των οποίων μεταδίδεται η πληροφορία σε ένα άλλο κύτταρο) ως "ξένο" και την καταστρέφει σαν να ήταν ένας παθογόνος εισβολέας, όπως ένα βακτήριο ή κάποιος ιός. Έτσι, τα συμπτώματα της ΚΠΣ προκαλούνται από την απομυελίνωση ή με άλλα λόγια, τις ουλές που εμφανίζονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Δεν έχει ακόμα αποδειχθεί το αν η λανθασμένη αυτή αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος είναι πρωτογενής ή δευτερογενής παράγοντας της πάθησης.

Το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα

Ο εγκέφαλός μας μεταφράζει τα ερεθίσματα που προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας και δίνει τις εντολές, ώστε να κάνουμε τις διάφορες κινήσεις και να αντιδρούμε στα ερεθίσματα των αισθητηρίων οργάνων. Η δραστηριότητα αυτή του εγκεφάλου στηρίζεται σε ένα πολύπλοκο σύστημα επικοινωνίας των νεύρων που ξεκινάει από τον εγκέφαλο και, δια μέσου του νωτιαίου μυελού, απλώνεται σε όλα τα μέρη του σώματος.

Κάθε νεύρο μπορεί να παρομοιαστεί με ένα καλώδιο ηλεκτρικού ρεύματος. Το εσωτερικό του μέρος, ο άξονας, είναι φτιαγμένος από ένα είδος ιστού που επιτρέπει την επικοινωνία και μεταφέρει τα μηνύματα ή τις διεγέρσεις σε όλο το σώμα, όπως ακριβώς και τα σύρματα του ηλεκτρικού καλωδίου. Ο άξονας κάθε νεύρου καλύπτεται από ένα στρώμα παχιάς, λευκής ουσίας, τη μυελίνη, όπως ακριβώς και το πλαστικό επικάλυμμα του ηλεκτρικού καλωδίου. Η μυελίνη βοηθάει στη μεταφορά των μηνυμάτων από νεύρο σε νεύρο αλλά, επιπλέον, το μονώνει και το προστατεύει.

 


Απομυελίνωση

Στην ΚΠΣ, μέρος της μυελίνης των νεύρων προσβάλλεται και ερεθίζεται. Όταν η φλεγμονή υποχωρήσει, είναι πιθανόν να μην αφήσει καμία ουλή. Αν όμως συνεχιστεί, τότε καταστρέφεται στο σημείο εκείνο η μυελίνη, αφήνοντας μια ουλή που ονομάζεται εστία ή πλάκα ή σκλήρυνση. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται απομυελίνωση. Επειδή δε οι ουλές εμφανίζονται σε διάφορα μέρη του εγκεφάλου και/ή του νωτιαίου μυελού, γι’ αυτό και η νόσος ονομάζεται και πολλαπλή σκλήρυνση.

(Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το ανοσοποιητικό σύστημα έχει ως βάση τα λευκά αιμοσφαίρια, από τα οποία υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τύποι. Αυτοί που σχετίζονται κυρίως με την ΚΠΣ είναι τα μακροφάγα και τα Τ-λεμφοκύτταρα ή Τ-κύτταρα που επιτίθενται στη μυελίνη).

Ο ρόλος της μυελίνης είναι πολύ σημαντικός για την προστασία και την ορθή λειτουργία του νεύρου. Επιτρέπει την γρήγορη μεταβίβαση των νευρικών μηνυμάτων, δηλαδή την μετάδοση της πληροφορίας από τον ένα νευρώνα στον άλλο. Η καταστροφή της προκαλεί διακοπή της επικοινωνίας των διαφόρων τμημάτων του ΚΝΣ με αποτέλεσμα την δυσχερή λειτουργία του. Έτσι, όταν η μυελίνη και οι νευρικές ίνες πάθουν βλάβη, τα μηνύματα που ξεκινούν από τον εγκέφαλο για να κινήσουν για παράδειγμα ένα μέλος του σώματος, δεν μεταδίδονται σωστά με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα κινητικότητας. Το ίδιο συμβαίνει και αντίστροφα, όταν μηνύματα που έχουν σχέση με την αίσθηση μεταφέρονται από ένα μέρος του σώματος προς τον εγκέφαλο.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι κινήσεις του σώματος γίνονται αργές ή δεν μπορούν να συντονισθούν. Επίσης αλλοιώνονται και τα αισθητικά μηνύματα προς τον εγκέφαλο.

Μετά από μια πρώτη προσβολή από την ασθένεια, μπορεί να επέλθει ίαση και επιστροφή σε μια κανονική λειτουργία. Όμως δημιουργείται μια πλάκα απομυελίνωσης, ένα είδος ουλής μέσα στο ΚΝΣ, η οποία μπορεί να επηρεάζει μόνιμα την κινητική και αισθητική λειτουργία.

Η ασθένεια μπορεί να παρουσιάσει υποτροπή με νέες προσβολές της μυελίνης οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν οποιοδήποτε μέρος του κεντρικού νευρικού συστήματος. Με την εξέλιξη αυτή μπορούν να δημιουργηθούν πολλές πλάκες, ουλές στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό.

Ο κάθε ασθενής μπορεί να παρουσιάσει τη δική του ξεχωριστή εικόνα ανάλογα με το που ακριβώς θα προσβληθεί η μυελίνη του.

Συμπτώματα

Η ΚΠΣ είναι μια πάθηση με πολλές μεταβολές. Η απομυελίνωση μπορεί να προσβάλει τόσο τα κινητήρια όσο και τα αισθητήρια νεύρα του ΚΝΣ και έτσι μπορεί να επιδράσει στην κίνηση, στην αφή ή στις άλλες αισθήσεις. Τα συμπτώματα διαφέρουν πολύ ανάλογα με το ποια νεύρα έχουν προσβληθεί. Μερικά είναι εμφανή, άλλα όμως, όπως η κούραση, η εναλλαγή διάθεσης, η απώλεια πρόσφατης μνήμης και η δυσκολία συγκέντρωσης, είναι συνήθως συμπτώματα ακαθόριστα ή κρυφά που είναι δύσκολο να τα περιγράψουμε σε άλλους.

Η συμπτωματολογία της ΚΠΣ διαφέρει από ασθενή σε ασθενή, αλλά μπορεί να διαφέρει και από ώση (έξαρση) σε ώση του ίδιου ασθενούς. Εξαρτάται από την περιοχή όπου προέκυψε η εστιακή βλάβη της μυελίνης. Για παράδειγμα, αν η βλάβη αυτή αφορά τις αισθητικές οδούς, η συμπτωματολογία θα είναι μουδιάσματα, μυρμηγκιάσματα. Αν αφορά τις κινητικές οδούς, τότε θα έχουμε σαν αποτέλεσμα μείωση ή κατάργηση της μυϊκής ισχύος του ασθενούς (πάρεση ή παράλυση).

Βέβαια, η βλάβη μπορεί να αφορά και οποιαδήποτε άλλη ανατομική δομή του ΚΝΣ με συμπτωματολογία ανάλογη της λειτουργίας του κάθε ανατομικού σχηματισμού. Π.χ. αν η βλάβη αφορά την παρεγκεφαλίδα τότε θα έχουμε δυσαρθρία, αστάθεια βάδισης, ασυνεργία κινήσεων κ.α.

Επίσης, η κλινική εικόνα μπορεί να διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Διακρίνουμε τις περιπτώσεις όπου η νόσος εξελίσσεται με ώσεις (εξάρσεις) ενώ στα μεσοδιαστήματα ο ασθενής είναι φαινομενικά υγιής. Αντίθετα σε άλλες περιπτώσεις εγκαθίσταται μία συμπτωματολογία η οποία επιδεινώνεται με το πέρασμα του χρόνου (προϊούσα μορφή).

Τέλος, συχνή είναι η προσβολή του οπτικού νεύρου με αποτέλεσμα θάμβος οράσεως (οπισθοβολική νευρίτις).

Υπάρχουν όμως μερικά συμπτώματα κοινά σε πολλούς πάσχοντες, όπως:

· Αδυναμία ή προβλήματα κινητικότητας, ανικανότητα ενός ή και των δύο άκρων

· Αλλαγή στην αίσθηση των χεριών ή των ποδιών, όπως π.χ. μούδιασμα που συχνά περιγράφεται "σαν να περπατώ πάνω σε βαμβάκι"

· Έλλειψη συντονισμού των κινήσεων

· Απώλεια της ισορροπίας, ζάλη ή αστάθεια

· Προβλήματα της όρασης, διπλωπία ή θάμπωμα στα μάτια

· Ακράτεια ούρων ή κοπράνων, ανάγκη για συχνή ή επιτακτική ούρηση ή δυσκολία ούρησης

· Κούραση δυσανάλογη προς τις δραστηριότητές μας ή απρόσμενη κούραση

· Γνωστικά προβλήματα (μνήμη, προσοχή, αντίληψη, σκέψη, εκτελεστική ικανότητα, ομιλία-άρθρωση, γλώσσα-λόγος)

· Αλλαγές της διάθεσης

 

Γενικά, δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τύπος σκλήρυνσης κατά πλάκας. Ο κάθε άνθρωπος παρουσιάζει συμπτώματα που ο άλλος μπορεί να μην έχει. Αλλά και τα συμπτώματα του ίδιου του ατόμου είναι δυνατόν να ποικίλλουν από καιρό σε καιρό. Δεν υπάρχει δηλαδή τυπική ΚΠΣ. Είναι μια πάθηση προσωπική, σαν το δακτυλικό αποτύπωμα, και έτσι δεν είναι δυνατή μια γενική περιγραφή της νόσου ή μια βέβαιη πρόγνωση.

Διάγνωση

Ένας ασθενής που περιγράφει ένα ή περισσότερα από τα ανωτέρω συμπτώματα, δεν πάσχει αναγκαστικά από ΚΠΣ. Η συμπτωματολογία εστιακής βλάβης του ΚΝΣ μπορεί να οφείλεται σε διάφορες άλλες αιτίες που προκαλούν βλάβη σε κάποιο σημείο του ΚΝΣ. Μερικά από αυτά τα αίτια είναι: όγκοι, αγγειακά επεισόδια, αποστήματα, φλεγμονώδεις παθήσεις και απομυελινώσεις άλλης αιτιολογίας.


Επίσης, μπορεί το αναφερόμενο σύμπτωμα να οφείλεται σε άλλου είδους διαταραχή και όχι σε εστιακή βλάβη. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που αναφέρει μουδιάσματα άνω άκρων μπορεί να πάσχει από νευροφυτικές διαταραχές, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, περιφερική νευροπάθεια κ.ά.

Γενικά, η διάγνωση της ΚΠΣ δεν είναι εύκολη υπόθεση και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολη. Δεν υπάρχει μια εργαστηριακή εξέταση η οποία από μόνη της μπορεί να αποδείξει ότι ο ασθενής έχει ή δεν έχει ΚΠΣ.

Γι’ αυτό η διάγνωση της ΚΠΣ γίνεται από ειδικούς γιατρούς (Νευρολόγους) με βάση συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία είναι κυρίως κλινικά (χρησιμοποιούνται ευρέως τα κριτήρια του Poser) αλλά και εργαστηριακά (κυρίως Μαγνητική Τομογραφία Εγκεφάλου ή Σπονδυλικής Στήλης, Οπτικά Προκλητά Δυναμικά (ΟΠΔ) και Οσφυονωτιαία Παρακέντηση (ΟΝΠ)).

Η διάγνωση θα γίνει όταν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα σημεία της ΚΠΣ σε πολλά μέρη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Αυτό είναι συνήθως δυνατό όταν υπάρχουν στο ιστορικό τουλάχιστον δύο ή περισσότερα επεισόδια νευρολογικών προβλημάτων και περισσότερα από ένα συμπτώματα. Για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει αδυναμία στον ένα βραχίονα και στο άλλο πόδι ή αδυναμία σ΄ ένα μέλος και μούδιασμα στο άλλο ή αδυναμία ενός μέλους μαζί με ακράτεια ούρων.

Αιτιολογία

Η αιτιολογία της νόσου είναι προς το παρόν άγνωστη.

Τα έως τώρα επιστημονικά δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος το οποίο αντιδρά ανώμαλα στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Πιθανολογείται ότι ο παράγοντας αυτός είναι ένας ή περισσότεροι ιοί.

Πιο συγκεκριμένα, το ανοσολογικό σύστημα του οργανισμού, δηλαδή το σύστημα που με ειδικά κύτταρα και αντισώματα είναι υπεύθυνο για την άμυνα εναντίον ξένων παθογόνων, λόγω κάποιου παθολογικού μηχανισμού στρέφεται εναντίον της μυελίνης του ίδιου του οργανισμού, με αποτέλεσμα να την καταστρέφει.

Ο αυτοάνοσος αυτός μηχανισμός μπορεί να προκαλείται από μια ανώμαλη αντίδραση του ανοσολογικού συστήματος, μετά από μια λοίμωξη στην παιδική ηλικία από κάποιο ιό ή κάποιο άλλο μικροοργανισμό

Η ΚΠΣ δεν θεωρείται κληρονομική πάθηση, με την κλασική έννοια. Παρά το γεγονός αυτό, φαίνεται ότι υπάρχει μια γενετική προδιάθεση γιατί έχει παρατηρηθεί μια μικρή αύξηση της συχνότητας της ασθένειας σε στενούς συγγενείς.

Εμφάνιση

Η ΚΠΣ είναι η πιο κοινή νευρολογική ασθένεια που προσβάλλει περίπου 80.000 ανθρώπους στη Μ. Βρετανία και 250.000 στις Η.Π.Α. Στην Ελλάδα οι πάσχοντες υπολογίζονται γύρω στους 5.000. (στοιχεία του 1998).

Το πρώτο σύμπτωμα της ΚΠΣ εμφανίζεται συνήθως γύρω στην ηλικία των 20 και μέχρι τα 50. Σπανιότερα εμφανίζεται στην ηλικία των 12 και ύστερα από τα 50.


Σύμφωνα με κάποιες μελέτες, η ΚΠΣ είναι πιο συχνή στα ψυχρά κλίματα: όσο πιο μακριά είναι κάποια χώρα από τον Ισημερινό, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συχνότητα εμφάνισης της νόσου. Εμφανίζεται κυρίως σε χώρες με κλίμα μεσογειακό και σπάνια στις τροπικές χώρες. Προσβάλλει περισσότερο τις γυναίκες απ’ ότι τους άνδρες, σε αναλογία περίπου 2:1. Επίσης, προσβάλλει συχνότερα τη λευκή φυλή.

Κλινική πορεία - Επιπλοκές

Ακόμη και η πορεία της ΚΠΣ έχει διαφορετικές εκφράσεις. Η νόσος μπορεί να εξελίσσεται με ώσεις, δηλαδή να υπάρχουν περίοδοι ασθενείας και περίοδοι φαινομενικής ίασης, ή με προοδευτική επιδείνωση της συμπτωματολογίας στην πάροδο του χρόνου.

Τα 2/3 περίπου των ανθρώπων που παρουσιάζουν τη νόσο, θα έχουν την υποτροπιάζουσα μορφή της, αυτήν δηλαδή με εξάρσεις (ώσεις) και υφέσεις. Θα αναπτύξουν κάποια συμπτώματα τα οποία, μετά την πάροδο κάποιων ημερών, εβδομάδων ή μηνών, θα βελτιωθούν ή θα υποχωρήσουν πλήρως. Κατά τη διάρκεια των εξάρσεων ή ώσεων, εμφανίζονται καινούργια συμπτώματα ή επανεμφανίζονται παλαιότερα που είχαν υποχωρήσει. Αυτό ίσως οφείλεται σε φλεγμονή των νεύρων, σε απομυελίνωση μιας καινούργιας περιοχής ή σε επέκταση της απομυελίνωσης σε μια περιοχή που έχει ήδη προσβληθεί. Όταν τα συμπτώματα της ώσης υποχωρήσουν ολοκληρωτικά ή μερικά, τότε λέμε ότι διανύουμε περίοδο ύφεσης που μπορεί να κρατήσει εβδομάδες, μήνες ακόμη και χρόνια.

Η συχνότητα των εξάρσεων σε κάθε άτομο δεν είναι καθορισμένη ούτε ακολουθεί κάποιο ρυθμό. Ξεκινούν χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, όμως είναι δυνατόν να πυροδοτηθούν από κάποια ίωση ή, πιθανόν, από ψυχολογική ένταση. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να δεχτούμε χωρίς να αγωνιούμε για το μέλλον. Η περίοδος της ώσης είναι ασφαλώς δυσάρεστη, όμως σε πολλούς τα συμπτώματα υποχωρούν και απολαμβάνουν κατόπιν μια περίοδο ύφεσης.

Το υπόλοιπο 1/3 των ανθρώπων με ΚΠΣ θα έχει τη χρόνια προοδευτική μορφή της νόσου. Αυτό σημαίνει ότι οι πάσχοντες θα έχουν μιαν αργή εξέλιξη κάποιων συμπτωμάτων που δεν θα υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου. Οι αλλαγές μπορούν να ξεκινήσουν ήπια και βαθμιαία και να εξελίσσονται έτσι, ώστε να δημιουργείται μια σταθερή μείωση των φυσικών ή νοητικών ικανοτήτων. Ίσως τότε να είναι πιο δύσκολο να καταλάβουν τις καλύτερες από τις χειρότερες περιόδους.

Περίπου 6-10% των ασθενών έχουν προοδευτική εξέλιξη με οξείες κρίσεις, η οποία ονομάζεται προοδευτική υποτροπιάζουσα ΚΠΣ και είναι σχετικά σπάνια μορφή.

Το 50% των ασθενών που αρχίζουν με την υποτροπιάζουσα μορφή της νόσου (που παρουσιάζει υποτροπές και υφέσεις), αναπτύσσουν μετά από πάροδο 10 ετών, δευτερογενή προοδευτική ΚΠΣ. Μπορεί να συνεχίσουν να έχουν κρίσεις και να έχουν μερική βελτίωση αλλά τα συμπτώματα και οι αναπηρίες τους χειροτερεύουν σταδιακά.

Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι όλες αυτές οι μορφές μπορούν να σταθεροποιηθούν ή να επιδεινωθούν ανά πάσα στιγμή.


Οι περισσότεροι άνθρωποι με ΚΠΣ έχουν κάποια ήπια μορφή της νόσου και δεν φτάνουν ποτέ σε βαριές αναπηρίες. Μερικοί όμως χρειάζεται ν΄ αντιμετωπίσουν κάποιο βαθμό ανικανότητας από καιρό σε καιρό. Άλλοι μπορεί να παρουσιάσουν εκείνη τη μορφή της νόσου που εξελίσσεται γρήγορα και προοδευτικά και να καταλήξουν σε μεγάλο βαθμό αναπηρίας.

Όμως ο αριθμός των βαρέων ασθενών είναι πολύ μικρός.

Περίπου τα δύο τρίτα των ασθενών με ΚΠΣ θα διατηρήσουν την κινητικότητά τους κατά την διάρκεια της ζωής τους. Όμως πολλοί από αυτούς θα χρειαστούν βοηθήματα για το περπάτημα (όπως για παράδειγμα το μπαστούνι) και μερικοί θα επιλέξουν το τροχοκάθισμα ή άλλο ανάλογο μέσο για να εξοικονομούν τις δυνάμεις τους.

Οι σοβαρές και επαναλαμβανόμενες βλάβες της μυελίνης, με την πάροδο του χρόνου αφήνουν μόνιμη συμπτωματολογία η οποία πιο συχνά συνίσταται σε δυσαρθρία, τρόμο, νυσταγμό, παρέσεις άκρων, σπαστικότητα, διαταραχές ούρησης. Επίσης λόγω του ότι πολύ συχνά βλάπτεται το οπτικό νεύρο (οπισθοβολβική νευρίτις), συνυπάρχουν διαταραχές από την όραση.

Ακόμη, η παρατεταμένη κατάκλιση και η φτωχή κινητικότητα, μπορούν να οδηγήσουν σε επιπλοκές και για τον λόγο αυτό συνιστάται φυσιοθεραπευτική αγωγή.

Θεραπεία

Η θεραπευτική αγωγή βασίζεται κυρίως σε ανοσοκατασταλτικά-ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, ψυχολογική υποστήριξη και φυσική αποκατάσταση.

Οι θεραπείες που χρησιμοποιούνται εναντίον των κρίσεων της ασθένειας είναι τα κορτικοστεροειδή και η ACTH. Στις υποτροπές τα φάρμακα αυτά μπορούν να μειώσουν την διάρκεια των συμπτωμάτων.

Οι οξείες ώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με κορτικοειδή σε χάπια, ενέσεις ή ενδοφλεβίως, επειδή έχουν αντιφλεγμονώδη και ανοσοκατασταλτική δράση και πάντα με την καθοδήγηση του γιατρού που παρακολουθεί τον ασθενή.

Υπάρχουν σήμερα και άλλα φάρμακα τα οποία φαίνεται ότι μπορούν να τροποποιήσουν την εξέλιξη της νόσου, καταστέλλοντας το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό κατορθώνεται με φαρμακευτικές ουσίες που έχουν ως βάση την αζαθιοπρίνη ή την κυκλοφοσφαμίδη και ενδείκνυνται για τις πιο βαριές μορφές της νόσου.

Τα φάρμακα αυτά μπορούν να μειώσουν την συχνότητα των υποτροπών, επιβραδύνουν την χρονική στιγμή εγκατάστασης της αναπηρίας και μειώνουν την εκφυλιστική δράση της ΚΠΣ όπως αυτή τεκμηριώνεται στη μαγνητική τομογραφία.

Φάρμακα όπως η Βήτα Ιντερφερόνη, συστήνονται σε ασθενείς που έχουν συχνές κρίσεις της νόσου, περίπου δύο κάθε χρόνο, ιδιαίτερα εάν αυτές είναι σοβαρές και εάν δεν ανακάμπτουν πλήρως οι ασθενείς μετά από τις κρίσεις. Η Βήτα Ιντερφερόνη έδειξε να μειώνει τη συχνότητα των ώσεων στην υποτροπιάζουσα μορφή της ΚΠΣ. Επιπλέον, φαίνεται να ελαττώνει τον αριθμό και το μέγεθος των νέων πλακών που εμφανίζονται στη μαγνητική τομογραφία.

Επίσης χρησιμοποιούνται και άλλα φάρμακα και θεραπευτικές μέθοδοι για τα επιμέρους συμπτώματα της σκλήρυνσης κατά πλάκας π.χ. τους μυϊκούς σπασμούς, τον πόνο, τη διαταραχή του ουροποιητικού, τη σεξουαλική δυσλειτουργία, την κατάθλιψη κλπ.

Οι θεραπείες αποκατάστασης των ασθενών, η φυσιοθεραπεία και η ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών έχουν και αυτές μεγάλη σημασία και δεν πρέπει να παραμελούνται.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η καλή διατροφή και η κατάλληλη ξεκούραση του οργανισμού βοηθούν σημαντικά. Η σωματική εξάσκηση βοηθά στις ήπιες μέχρι μέτριας σοβαρότητας μορφές της ασθένειας.

Ο χρυσός κανόνας είναι να ακολουθείται μια όσο το δυνατόν περισσότερο υγιεινή ζωή. Αυτό θα εμποδίσει άλλες αρρώστιες κι έτσι θα ο ασθενής θα είναι πιο δυνατός, ώστε να τα βγάλει πέρα με την ΚΠΣ.

Σε εκτεταμένες έρευνες που έγιναν παγκοσμίως, δεν αποδείχτηκε ότι οι "ειδικές" δίαιτες μπορούν να ελέγξουν την ΚΠΣ. Παρόλα αυτά, συνιστάται μια ισορροπημένη διατροφή που θα εξασφαλίζει τη λήψη όλων των βιταμινών και των μετάλλων που είναι απαραίτητα στον οργανισμό για μια καλή υγεία και ευεξία.

Η τακτική άσκηση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της καλής υγείας αλλά ο καθένας πρέπει να ασκείται ανάλογα με τις δυνατότητές του, γιατί η έντονη άσκηση μπορεί να φέρει μεγάλη κούραση. Η τακτική, ελαφριά γυμναστική εξασφαλίζει το μυϊκό τόνο και δίνει μια αίσθηση ευεξίας. Καθένας μπορεί να διαλέξει οποιαδήποτε μορφή άσκησης του αρέσει και αυτό θα τον ωφελήσει πολύ. Το κολύμπι συνιστάται ιδιαίτερα στους ανθρώπους με ΚΠΣ. Ο φυσιοθεραπευτής, επίσης, μπορεί να υποδείξει ασκήσεις που μπορεί κανείς να κάνει μόνος του στο σπίτι σε καθημερινή βάση.

Το άγχος και η ένταση επηρεάζουν την ΚΠΣ, γι’ αυτό η ξεκούραση και το χαλάρωμα βοηθούν στο να ξαναγεμίσουν οι μπαταρίες του οργανισμού. Η γιόγκα μπορεί να βοηθήσει, γιατί είναι συνδυασμός ελαφρών ασκήσεων και χαλάρωσης.

Επίσης, η αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος επηρεάζει αρνητικά τους ανθρώπους με ΚΠΣ. Είναι πιθανόν κάποια συμπτώματα να επιβαρυνθούν, επειδή επιβραδύνεται ή διακόπτεται η μεταφορά των μηνυμάτων στα νεύρα. Όταν η θερμοκρασία μειωθεί, τα συμπτώματα υποχωρούν. Η κατάσταση αυτή μπορεί εσφαλμένα να θεωρηθεί ως υποτροπή της πάθησης, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια παροδική συμπτωματολογία.

Έτσι, πρέπει να αποφεύγεται η ηλιοθεραπεία και τα ζεστά αφρόλουτρα. Τα θαλάσσια μπάνια να γίνονται μόνο νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα. Τέλος, καλό είναι να αποφεύγονται οι επισκέψεις σε φίλους που έχουν κάποια ίωση και ίσως μεταδοθεί στον πάσχοντα.


Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr