Παναγιώτα Κυπραίου - Ψυχοθεραπεύτρια - Συμβουλευτική Γονέων
Καλωσήρθατε στην Ιστοσελίδα μου Leaf Leaf

Η παρούσα αρθρογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ο αναγνώστης οφείλει να διασταυρώνει τις πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν. Τα κείμενα βασίζονται σε υλικό από ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις, οι οποίες αναφέρονται στο μέτρο του δυνατού. Η απόδοση στα ελληνικά, η σύνθεση και επιμέλεια ανήκει στην κάτοχο της ιστοσελίδας. Αναδημοσίευση ή άλλη χρήση τους επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται από τα πλήρη στοιχεία της κατόχου και τον διαδικτυακό τόπο.


Top

Η αποκατάσταση των υγιών προσωπικών ορίων

Τα όρια τα μαθαίνουμε και τα διαμορφώνουμε εν μέρει από τους γονείς, μέσα από το καθρέφτισμα και τη μοντελοποίηση του οριοθετημένου τρόπου συσχέτισης που διέπεται από σεβασμό. Έτσι μαθαίνουμε πώς και πότε να ερχόμαστε σε επαφή με τους άλλους. Όταν αυτή η διαδικασία αλλοιώνεται, τότε δεν διαμορφώνονται σωστά τα όρια.

Ως αποτέλεσμα, μερικοί άνθρωποι δημιουργούν ισχυρές άμυνες βασισμένες στο φόβο, που λειτουργούν σαν τείχη πάνω από τα οποία «κρυφοκοιτάζουν» τον κόσμο. Άλλοι, δεν έχουν καθόλου όρια και αφήνουν τον εαυτό τους εκτεθειμένο σε εισβολή, συναισθηματική αδιαφοροποίηση (έντονη εξάρτηση από τους άλλους και ανύπαρκτη αυτονομία/διαφοροποίηση) ή κακοποίηση.

Τα υγιή όρια μας παρέχουν προστασία και μας δίνουν τα μέσα για να λέμε «όχι» όταν αισθανόμαστε να συμβαίνει μια παραβίαση ορίων. Η έλλειψη ορίων δημιουργεί έλλειψη ασφάλειας και έλλειψη γείωσης ενώ τα σκληρά τείχη που υποκαθιστούν τα όρια, είναι φτιαγμένα από ένα μείγμα φόβου και θυμού.

Ένα μη γειωμένο άτομο χωρίς όρια, χρειάζεται να βρει καταφύγιο στο κεφάλι του, σε μια στάση υπερ-επαγρύπνησης, πίσω από το φρούριο της αμυντικής στάσης του όπου προσπαθεί να αναλύει τα πάντα, από μια θέση δυσπιστίας και -ενδεχομένως- παράνοιας. Σε αυτή την κατάσταση, ζει σε φόβο τον περισσότερο χρόνο και μπορεί να ασκεί έλεγχο προκειμένου να νιώθει ασφαλής.

Εναλλακτικά, μπορεί να αποσυνδέεται συχνά, δηλαδή «αποσύρεται» στον δικό του κόσμο και έτσι αποφεύγει να αισθανθεί το σώμα του ή να έρθει σε επαφή με το περιβάλλον ή τους άλλους ανθρώπους. Αυτές οι άμυνες ήταν, ενδεχομένως, εκείνες που υιοθέτησε κατά την παιδική ηλικία για να μπορέσει να επιβιώσει και να αντέξει τα προβλήματα, τα τραύματα και τον πόνο που υπέστη και που τώρα έχουν γίνει οι κύριες άμυνες που χρησιμοποιεί στην ενήλικη ζωή.

Συνήθως ένα τέτοιο άτομο έχει ανάγκη από ένα μεγάλο όριο ασφαλούς χώρου γύρω του, που έρχεται σε αντίθεση με το πώς λειτουργεί η πλειοψηφία της κοινωνίας στις εκάστοτε συναναστροφές. Πιθανά να βιώνει τους άλλους ανθρώπους ως επικίνδυνους, καθώς αισθάνεται ότι «εισβάλλουν στο χώρο του», όταν στην πραγματικότητα λειτουργούν μέσα απ’ αυτό που θεωρείται ασφαλής ουδέτερος χώρος για την πλειοψηφία των άλλων.

Το θέμα είναι ότι ως παιδί, δεν έμαθε ποιες είναι οι ενδεδειγμένες συμπεριφορές και τα κατάλληλα ασφαλή όρια στη κοινωνική συναναστροφή, οπότε το άτομο στην ενήλικη ζωή είναι κοινωνικά εκτοπισμένο. Ένα τέτοιο άτομο συνήθως εκδηλώνει αδέξιες συμπεριφορές στα κοινωνικά πλαίσια και έτσι μπορεί να καταστήσει τον εαυτό του ευάλωτο σε εκφοβισμό, πειράγματα ή απόρριψη. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ενισχύσει τα συμπεράσματα που έχει βγάλει ότι η ζωή και οι άλλοι άνθρωποι είναι «επικίνδυνοι».

Ο άνθρωπος αυτός συνήθως δεν αντιλαμβάνεται τη δική του συμμετοχή σε μια τέτοια δυναμική και ότι ουσιαστικά εξαιτίας της γίνεται θύμα στις περιστάσεις της ζωής. Μπορεί να λέει «ναι» ενώ στην πραγματικότητα θέλει να πει «όχι» αλλά δεν το κάνει. Σαμποτάρει τα δικαιώματά του με την αδυναμία του να επικοινωνήσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του, όταν είναι σκόπιμο να το πράξει.

Αυτό είναι συνήθως μια ένδειξη ότι το άτομο δεν είχε κανένα δικαίωμα ή καμία ασφάλεια να πει «όχι» ως παιδί στους γονείς ή στους δασκάλους του. Μπορεί να είχε υποστεί σωματική ή διανοητική/συναισθηματική κακοποίηση και έτσι τώρα λέει «ναι» ακόμη, καθώς το σώμα του μπαίνει στο φόβο και στο τραύμα.

Ως ενήλικας, μπορεί να κατηγορεί το άλλο άτομο και ταυτόχρονα να γίνεται θύμα του. Θεωρεί τον άλλο επικίνδυνο, αναξιόπιστο, αγενή, νταή ή ηλίθιο χωρίς ωστόσο να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα έπρεπε να επικοινωνήσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του αλλά δεν το έκανε.

Είναι ευθύνη κάθε ενήλικα να επικοινωνεί τις ανάγκες του σχετικά με τα όρια, όπως και όταν αυτό απαιτείται.

Χωρίς τη φωνή της διαμαρτυρίας ή το «όχι», δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε ένα αυθεντικό «ναι» στη ζωή και στους άλλους. Πολλά θύματα προσπαθούν να ευχαριστούν τους άλλους προκειμένου να αποφύγουν το θυμό, την απόρριψη, την εγκατάλειψη ή την κακοποίηση από κάποιον άλλο. Δεν είναι αληθινοί με τον εαυτό τους και τους άλλους. Δεν νιώθουν ασφάλεια και καθιστούν και τους άλλους μη ασφαλείς στην πορεία.

Σε πολλούς ανθρώπους που έρχονται στη θεραπεία συναντάμε την αποκηρυγμένη διαμαρτυρία και την καταστολή του «όχι» (του παιδιού) που είναι θαμμένα στο ασυνείδητο και αντανακλώνται στη σωματική στάση του ατόμου. Μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων έχουν γίνει «καλοί» και έχουν νεκρώσει τον εαυτό τους στα ανεπεξέργαστα συναισθήματα του θυμού, του μίσους και της απελπισίας.

Μπορούν να διαμαρτυρηθούν μόνο έμμεσα και παθητικά, συνήθως στους λίγους «ασφαλείς» ανθρώπους που έχουν μείνει στη ζωή τους. Δημιουργούν προβλήματα στις σχέσεις τους με τους φίλους και την οικογένεια, στην εργασία και με θεραπευτές που στην αρχή τους αντιλαμβάνονται ως «καλούς» αλλά που στη συνέχεια γίνονται σύντομα «κακοί». Κατά συνέπεια, έχουν την τάση να απομονώνονται περισσότερο και να εμπιστεύονται όλο και λιγότερους ανθρώπους.

Στη σωματική ψυχοθεραπεία βοηθάμε αυτά τα άτομα να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους και να μάθουν να συνειδητοποιούν και να αντέχουν τα συναισθήματά τους. Δεν υπάρχει μέλλον για τους ενήλικες που βρίσκονται σε σχέση και δείχνουν προς τα έξω παθητικοί αλλά εσωτερικά κρίνουν και έχουν κρυφές σκέψεις και συναισθήματα και στη συνέχεια τιμωρούν τους άλλους μέσω παθητικής επιθετικότητας. Το άτομο πρέπει να έρθει άμεσα και συνειδητά σε επαφή με την οργή και το μίσος του και στη συνέχεια να τα εκφορτίσει εκφράζοντάς τα μέσα στη θεραπεία.

Στη Σωματική Ψυχοθεραπεία, παράλληλα με τη ψυχοδυναμική επεξεργασία, δουλεύουμε και με ασκήσεις γείωσης, φόρτισης και εκφόρτισης, για να δημιουργηθούν όρια μέσα από το σώμα του ατόμου.

Οι ασκήσεις βοηθούν επίσης στην απελευθέρωση των καταπιεσμένων τραυμάτων στο σώμα. Δουλεύουμε με και αποκαθιστούμε την ασυνείδητη προδιάθεση στο σώμα και στη μυϊκή στάση, ώστε το άτομο να μετακινηθεί από την έντονη σύσπαση της κατάστασης «μάχης ή φυγής» και να μπει σε μια κατάσταση ηρεμίας και ασφάλειας του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος.

Ακόμη, οι ασκήσεις παρέχουν γείωση στο άτομο, που σημαίνει το να ζεις στο παρόν, σε ενσώματη κατάσταση επίγνωσης κάθε στιγμή. Αν δεν είμαστε γειωμένοι, είναι πολύ δύσκολο να έχουμε ευέλικτα και λειτουργικά όρια που μας κάνουν ασφαλείς στη ζωή.

Παναγιώτα Δ. Κυπραίου, Ψυχοθεραπεύτρια – Συντονίστρια Σχολών Γονέων, www.psychotherapeia.net.gr